ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
`
1.ΓΕΝΙΚΑ
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
2.ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
1929 , ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
3.ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 100
ΧΡΟΝΙΑ
4.ΑΡΧΗ ΤΗΣ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ. Η ΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ
5.ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ
6.ΕΥΘΗΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
7.Η ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ
ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, ΤΟΥ ΜΑΙΚΛ ΧΑΙΝΡΙΧ
10.ΕΛΛΗΝΕΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΟΜΑΔΑ ΠΡΩΤΟΕΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ
ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Οικονομικές
διακυμάνσεις, κρίσεις και κύκλοι
Tί είναι η κρίση
Ως κρίση ορίζεται «μία
σοβαρή απειλή κατά της υφιστάμενης δομής, των θεμελιωδών αρχών και κανόνων του
κοινωνικού συστήματος, η οποία επιβάλλει τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων εντός
περιορισμένου χρόνου και υπό συνθήκες αβεβαιότητας» (1989: Rosenthal, Charles,
Hart).
12.1
Η οικονομία σε κρίση
Το Νοέμβρη του
1923 ένα καρβέλι ψωμί στοίχιζε στο Βερολίνο 428 δισεκατομύρια μάρκα. Και να τα
είχε κάποιος, θα χρειαζόταν ένα καρότσι για να τα κουβαλήσει στον φούρνο της
γειτονιάς! Πώς συνέβη αυτό; Εάν δούμε τα στατιστικά στοιχεία της εποχής
παρατηρούμε ότι η συνολική ποσότητα μάρκων στη Γερμανική Δημοκρατία της
Βαϊμάρης (η ονομασία με την οποία είναι γνωστή η Γερμανία από το 1918 μέχρι την
άνοδο των Ναζί στην εξουσία) αυξήθηκε από 33 δισεκατομύρια το 1918 σε 608
τετράκις εκατομύρια το 1923. Βέβαια είναι προφανές ότι αυτή η κρίση του
Γερμανικού νομισματικού συστήματος είχε να κάνει με το γεγονός ότι το 1918 η
Γερμανία έχασε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμου, παραδόθηκε και υποχρεώθηκε να
πληρώνει βαρύτατες πολεμικές αποζημιώσεις.
Όμως είναι εξ ίσου προφανές ότι οι κρίσεις
υπερ-πληθωρισμού (σαν αυτή που κατέστρεψε το Γερμανικό νομισματικό σύστημα στη
δεκαετία του 1920) δεν εξηγούνται από τις πολεμικές ήττες. Στη διάρκεια της
δεκαετίας του 1980 ο πληθωρισμός στην Τουρκία ξεπερνούσε κατά μέσο όρο το 40%
ενώ στο Ισραήλ έφτασε το 116% και στη Βραζιλία το 199%. Αλλά και στις
ανεπτυγμένες χώρες ο πληθωρισμός άγγιξε το 20% στη διάρκεια της δεκαετίας του
1970. Τέτοιες βίαιες αλλαγές στο επίπεδο των τιμών υποδηλώνουν πως κάτι δεν
πάει καλά με την οικονομία. Αντικατοπτρίζουν κρίσεις του οικονομικού
συστήματος.
Γιατί θεωρείται ο πληθωρισμός ένδειξη κρίσης
μιας οικονομίας; Θεωρητικά, από μόνος του ο πληθωρισμός δεν αποτελεί πρόβλημα.
Αν για παράδειγμα κάθε μήνα όλες οι τιμές, οι μισθοί, τα ενοίκια, τα κέρδη, οι
αποσβέσεις, οι συντάξεις, τα επιδόματα κλπ. ανεβαίνουν κατά 1%, τότε ο ετήσιος
πληθωρισμός θα ισούται με 12% και δεν θα αλλάζει τίποτα το πραγματικό (ή
το ουσιαστικό) εφόσον η παραγόμενη ποσότητα προϊόντων, η απασχόληση, και οι
επενδύσεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ) παραμένουν στο ίδιο επίπεδο. Το μόνο που θα
αλλάζει είναι η ονομαστική (αλλά όχι η πραγματική/σχετική) αξία του κάθε τι,
π.χ. των συντάξεων, των πορτοκαλιών κλπ). Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι κρίσεις
του νομισματικού συστήματος συνήθως σημαίνουν ότι όλα αυτά τα πραγματικά μεγέθη
δεν παραμένουν στο ίδιο επίπεδο αλλά αντίθετα «υποφέρουν» και αυτά.
Για παράδειγμα, από το 1929 μέχρι το 1933 το
επίπεδο τιμών στις ΗΠΑ έπεσε κατά 25%. Ένα φαινόμενο που είναι το αντίθετο
ακριβώς του πληθωρισμού. Τί το κακό έχει η πτώση των τιμών; Εάν ήταν απλώς να
πέφτουν οι τιμές δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Εάν όμως δούμε τι συνέβη στην
παραγωγή, στο ΑΕΠ, των ΗΠΑ θα ξαφνιαστούμε: Το ΑΕΠ των ΗΠΑ το 1929 ανερχόταν
στα 104.4 δισεκατομύρια δολάρια. Την επόμενη χρονιά έπεσε στα 95.1
δισεκατομύρια. Το 1933 είχε καταβαραθρωθεί στα 74.2 δισεκατομύρια.
Παρατηρούμε λοιπόν ότι, μέσα σε τέσσερα
χρόνια, η παραγωγή των ΗΠΑ είχε μειωθεί κατά 29%! Όλη η ανάπτυξη που χρειάστηκε
πάνω από δύο δεκαετίες σκληρής δουλειάς, εξανεμίστηκε μέσα σε μερικά χρόνια.
Ταυτόχρονα η ανεργία ανήλθε από το 3.1% μόλις του εργατικού δυναμικού της χώρας
το 1929 στο 24.7% το 1933. Αυτή η κρίση
ονομαστηκε ως η Μεγάλη Κρίση του Μεσοπολέμου ή της δεκαετίας του 1930.
Πράγματι, η κρίση αυτή ήταν τεράστια και πήρε πολύ γρήγορα παγκόσμιες
διαστάσεις.
Στη Βρετανία οι τιμές έπεσαν και εκεί μεταξύ
του 1929 και του 1933 κατά 8% περίπου και η ανεργία ανέβηκε, την ίδια εποχή,
από το 7.2% στο 13.9%. Στην Γερμανία η ανεργία που το 1929 ανερχόταν στο 5.9%,
το 1933 άγγιξε το 15%. Στη Δανία από 8% το 1929 πετάχτηκε στο 14.5% το 1933.
Στον Καναδά και στην Αυστραλία οι αντίστοιχες αυξήσεις οδήγησαν την ανεργία από
το 2.9% και το 8.2% το 1929 στο 19.3% και στο 17.4% αντίστοιχα το 1933. Ακόμα
και στο Βέλγιο, που ουσιαστικά δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ανεργίας το 1929
(ποσοστό 0.8%), το 1933 η ανεργία βρισκόταν στο 10.3% του εργατικού δυναμικού.
Πράγματι επρόκειτο για μια κρίση τεραστίου βάθους και έκτασης.
Ποιά
είναι τα αίτια των κρίσεων; Αυτό
το ερώτημα δημιουργεί μεγάλες διαφωνίες στους κόλπους της οικονομικής
επιστήμης. Πιο συγκεκριμενα , υπηρξε
μεγαλη αντιδικία του John Maynard Keynes
με τους συναδέλφους του), . Οι απόψεις για τα αίτια των κρίσεων και για το πως
πρέπει να αντιμετωπιστούν διίστανται. Και δεν είναι μόνο ο Keynes εναντίον της
λεγόμενης κλασικής σχολής. Υπάρχει και η σχολή σκέψης που ακολουθεί τις
θεωρητικές θέσεις του Karl Marx, εκείνη που έχει ταυτιστεί με τους λεγόμενους
νεο-κλασικούς, η Αυστριακή σχολή κοκ.
12.2
Από τις οικονομικές διακυμάνσεις στην κρίση
Οι
κοινωνίες της αγοράς είναι τέκνα μιας τεράστιας κρίσης: την κρίση του
φεουδαρχικού συστήματος η οποία γέννησε τη βιομηχανική επανάσταση. Μάλιστα η
επανάσταση αυτή των μέσων και της κοινωνικής οργάνωσης της παραγωγής δεν
οδήγησε σχεδόν ποτέ στην οικονομική ηρεμία. Οι πρώτες δεκαετίες της
βιομηχανικής επανάστασης χαρακτηρίστηκαν από χάος, πείνα, εξαθλίωση αλλά και
ταυτόχρονα από ανάπτυξη, συσσώρευση κεφάλαιου, τεχνολογική πρόοδο ..
Εκεί που τα πράγματα έδειχναν ότι,
τουλάχιστον την κοιτίδα της βιομηχανικής επανάστασης (στη Βρετανία), όδευαν
προς την ομαλοποίηση, οι Γαλλο-Βρετανικοί πόλεμοι οδήγησαν την οικονομία σε
κρίση. Ο αποκλεισμός της Βρετανίας από την ηπειρωτική Ευρώπη διέκοψε το
εμπόριο, έσπρωξε τις τιμές των εισαγόμενων στη Βρετανία προϊόντων στα ύψη, και
ανέκοψε την ανάπτυξη. Μετά από τις επαναστάσεις του 1848 η Ευρωπαϊκή οικονομία
πέρασε μια περίοδο ανάκαμψης η οποία όμως διεκόπη από μια νέα κρίση προς τα
τέλη του 19ου αιώνα. Οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα χαρακτηρίστηκαν από
ιδιαίτερους ρυθμούς ανάπτυξης (τουλάχιστον στις ΗΠΑ) οι οποίοι όμως, έδωσαν τη
θέση τους στην Μεγάλη Κρίση που ξέσπασε μετά την πτώση του Χρηματιστηρίου της
Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1929.
Πέρασαν δέκα χρόνια για να ανακάμψει η
παγκόσμια οικονομία, μία ανάκαμψη που συνέπεσε (και πολλοί υποστηρίζουν ότι
αυτή η σύμπτωση δεν ήταν τυχαία) με την έκρηξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Μετά
τον πόλεμο οι περισσότερες οικονομίες γεύτηκαν την μακρύτερη περίοδο ανάπτυξης
στην ιστορία των κοινωνιών της αγοράς – του καπιταλισμού. Από το 1950 μέχρι και
τα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι οικονομίες αναπτύσσονταν με χαμηλά ποσοστά
ανεργίας και πληθωρισμού. Όμως οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1972 και 1979 έδωσαν
το έναυσμα για τον στασιμο-πληθωρισμό (δηλαδή ταυτόχρονα υψηλό πληθωρισμό
και ανεργία) της δεκαετίας του 1970. Το ποσοστό της ανεργίας στις
ανεπτυγμένες χώρες έφτασε σε ύψη που θύμιζαν τη Μεγάλη Κρίση του Μεσοπολέμου
στην περίοδο 1981-83.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980
παρατηρήθηκε μια σημαντική βελτίωση των δεικτών (παρόλο που η ανεργία δεν
υποχώρησε αρκετά). Οι οικονομίες αναπτύχθηκαν και πάλι, ο πληθωρισμός υποχώρησε
και τα Χρηματιστήρια έζησαν μεγάλες δόξες (καθώς οι τιμές των μετοχών
σκαρφάλωναν όλο και ψηλότερα). Τον Οκτώβριο του 1987 οι μετοχές κατρακύλησαν
περίπου όσο γρήγορα και βίαια είχαν κατρακυλήσει εκείνο τον μοιραίο Οκτώβριο
του 1929. Αν και αυτή τη φορά ο αντίκτυπος στην πραγματική οικονομία (δηλαδή
στην παραγωγή και την απασχόληση) δεν ήταν ούτε τόσο άμεσος ούτε τόσο
δραματικός όσο το 1929, οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι σήμανε την
νέα μείωση της οικονομικής δραστηριότητας που παρατηρήθηκε την περίοδο 1989 με
1992 στην παγκόσμια οικονομία.
Αυτές οι μειώσεις του ρυθμού ανάπτυξης, οι
οποίες συνοδεύονται με αύξηση της ανεργίας, ονομάζονται οικονομικές υφέσεις.
Όταν η οικονομία συνέρχεται από την ύφεση και αρχίζει να αναπτύσσεται και πάλι
(π.χ. το ΑΕΠ αυξάνεται με ρυθμό πάνω από 2% το χρόνο, με συνέπεια να αρχίζει να
υποχωρεί η ανεργία η οποία αυξήθηκε στην περίοδο της ύφεσης) λέμε ότι ήρθε η
ανάκαμψη. Όπως είδαμε και προηγουμένως, τα τελευταία διακόσια και πλεόν χρόνια,
η διεθνής οικονομία περνάει από την ύφεση στην ανάκαμψη και κατόπιν και πάλι
στην ύφεση. Αυτή η ακολουθία ονομάζεται οικονομικός κύκλος.
Στο διάγραμμα που ακολουθεί παραθέτουμε ένα
υποθετικό παράδειγμα οικονομικού κύκλου που αποτελείται από μια ακολουθία
περιόδων ύφεσης και περιόδων ανάκαμψης. Αρχικά βλέπουμε ότι αυτή η υποθετική
οικονομία αναπτύσσεται, δηλαδή το ΑΕΠ αυξάνεται με όλο και υψηλότερους ρυθμούς
τη στιγμη που η ανεργία μειώνεται. Στο δεύτερο στάδιο η οικονομία εισέρχεται σε
περίοδο ύφεσης (με πτώση του ρυθμού ανόδου του ΑΕΠ και αύξηση της ανεργίας).
Μάλιστα η ύφεση αυτή φαίνεται ότι δεν ξεπερνιέται εύκολα και η οικονομία
«κολλάει» στο τέλμα μιας κρίσης (όπως π.χ. συνέβη το 1929 με 1935 όταν οι
οικονομίες δεν έδειχναν σημεία ανάκαμψης για τουλάχιστον πέντε χρόνια). Ξάφνου
την κρίση διαδέχεται μια τρίτη περίοδος έντονης οικονομικής ανάπτυξης η οποία
σχετικά γρήγορα όμως «ξεφουσκώνει» καθώς επανέρχεται η ύφεση. Και ούτω καθ’
εξής. Κλείνουμε
το Τμήμα αυτό με ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία για τη διεθνή οικονομία και τον
οικονομικό κύκλο που την χαρακτήρισε τα τελευταία εκατό χρόνια. Ο επόμενος
Πίνακας 1 παρουσιάζει τις αυξομειώσεις του ΑΕΠ για τέσσερις χώρες και για τρείς
μακρυές περιόδους. Μας πληροφορεί ότι στη Γερμανία πριν από τον Α’ Παγκόσμιο
Πόλεμο το ΑΕΠ ανέβαινε ή κατέβαινε από έτος σε έτος κατά μέσο όρο 3.35%. Στη
διάρκεια του μεσοπολέμου, οι αυξομειώσεις ανήλθαν κατά μέσο όρο στο 10.19%.
Αυτό συνέβη επειδή από την βαθιά κρίση της περιόδου 1918 με 1925 η Γερμανική
οικονομία ανέκαμψε θεαματικά στις αρχές της δεκαετίας του 1930 λόγω της τεράστιας
παραγωγής όπλων (η οποία βέβαια οδήγησε στον επόμενο παγκόσμιο πόλεμο). Σε
γενικές γραμμές βλέπουμε ότι οι διακυμάνσεις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν
σαφώς μικρότερες από ότι στο παρελθόν και για τις τέσσερεις αυτές οικονομίες.
Πίνακας 1: Οι μέσες διακυμάνσεις του ΑΕΠ στον αιώνα μας
Μέτρο διακύμανσης ΑΕΠ Προ του 1914 Μεσοπόλεμος Μετά το 1945
|
ΓΕΡΜΑΝΙΑ |
3,35% |
10.19% |
2,3% |
|
ΙΤΑΛΙΑ |
2,52% |
3,59% |
2,05% |
|
ΒΡΕΤΑΝΙΑ |
2,12% |
3.47% |
1,62% |
|
ΗΠΑ |
4,28% |
9,33% |
2,26% |
Πηγή:
Bachus, D.K. and Kehoe, P.J. (1992), ‘International evidence on the historical
properties of business cycles’, American economic Review, 82, 864-88
Τέλος, ο Πίνακας 2 αναφέρει τους ρυθμούς
ανάπτυξης ανά εικοσαπενταετία για πέντε βιομηχανικές χώρες από το 1870 μέχρι το
1989. Από αυτά τα στοιχεία παρατηρούμε, για παράδειγμα, την έντονη ανάπτυξη της
Ιαπωνίας μετά το 1950, καθώς και την συνεχή σχετική «καθυστέρηση» της πάλαι
ποτέ κραταιάς οικονομίας της Βρετανίας, μια «καθυστέρηση» που εξηγεί το τέλος
της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μετά το 1945.
Πίνακας 2: Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ 1870-1989
Μέσος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ανά έτος 1870-1913 1913-50 1950-73 1973-89
|
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ |
1870-1913 |
1913-1950 |
1950-1973 |
1973-1989 |
|
ΓΕΡΜΑΝΙΑ |
2,8% |
1,1% |
5% |
2,3% |
|
ΓΑΛΛΙΑ |
2,8% |
1,3% |
5,9% |
2,1% |
|
ΙΑΠΩΝΙΑ |
2,3% |
2,2% |
9,3& |
3,9% |
|
ΒΡΕΤΑΝΙΑ |
1,9% |
1,3% |
3% |
2% |
|
ΗΠΑ |
3.9% |
2,8% |
3.6% |
2,7% |
Πηγή: Maddison, A. (1991). Dynamic Forces in Capitalist
Development,
12.3
Οι κοινωνικές συνέπειες των κρίσεων
Όταν στη Γερμανία το 1923 ένα καρβέλι ψωμί
ακρίβαινε από τη μια μέρα στην άλλη κατά δισεκατομύρια μάρκα, κάποιες
οικογένειες έμεναν νηστικές και οι αποταμιεύσεις τους εξανεμίζονταν. Όταν η
ανεργία ανέβηκε στη Βρετανία πάνω από 12% το 1983, σε ορισμένες πόλεις (ιδίως
του Αγγλικού Βορρά) άγγιζε και το 60%. Δικαστικοί κλητήρες δούλευαν ασταμάτητα
κάνοντας εξώσεις σε οικογένειες που δεν μπορούσαν πλέον να πληρώσουν τα
στεγαστικά τους δάνεια. Πολλές οικογένειες διαλύθηκαν υπό την πίεση των
οικονομικών προβλημάτων που μετέφερε στο σαλόνι τους η ανεργία, ο αλκοολισμός έκανε
θραύση, η θνησιμότητα ανέβηκε και η άνθηση της εγκληματικότητας έκανε τους
ανθρώπους διστακτικούς όταν άκουγαν το κουδούνι της εξώπορτας.
Με άλλα λόγια οι οικονομικές κρίσεις έχουν
άμεσες επιπτώσεις όχι μόνο στους οικονομικούς δείκτες αλλά προπάντων στην
κοινωνία. Ο Πίνακας 6 συνοψίζει το κόστος των κρίσεων του πληθωρισμού και της
ύφεσης για μια κοινωνία.
Πίνακας 6: Το κόστος του πληθωρισμού και της ύφεσης
Πληθωρισμός Ύφεση/Ανεργία
|
1. «Θωλώνει» τα μηνύματα που στέλνουν οι τιμές στους
παραγωγούς 1. Αφήνει παραγωγικές δυνάμεις ανενεργές αλλά και, σε κάποιο
βαθμό, τις καταστρέφει |
Ο λόγος που είναι χρήσιμη μια αντιπαραβολή
του κοινωνικού κόστους του πληθωρισμού και εκείνου της ύφεσης είναι επειδή τα
τελευταία είκοσι με εικοσιπέντε χρόνια οι πολιτικοί (και οι οικονομολόγοι)
διαπληκτίζονται για το πιο από τα δύο φαινόμενα είναι περισσότερο επικίνδυνο
(και, συνεπώς, πιο από τα δύο θα πρέπει να είναι διατεθειμένη να κάνει τα πάντα
μια κυβέρνηση για να το αντιμετωπίσει). Αρχίζοντας από τον πληθωρισμό, ο
πρώτος (και κεντρικός) λόγος που τον αντιπαθούν οι οικονομολόγοι (τουλάχιστον
εκείνοι οι οποίοι είναι ένθερμοι υποστηρικτές της ελεύθερης, από το κράτος,
οικονομίας) είναι ότι «θωλώνει τα νερά».
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Μια εταιρία, ας
την ονομάσουμε ΚΛΔ, η οποία κατασκεύαζει τηλεφωνικά καλώδια καταφέρνει να
πείσει τον ΟΤΕ (ο οποίος είναι ο βασικός αγοραστής) να αυξήσει την τιμή των
καλωδίων κατά 10%. Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι θα αυξηθούν τα κέρδη της ΚΛΔ
κατά 10% (εφόσον εξακολουθεί να πουλάει στον ΟΤΕ την ίδια ποσότητα καλωδίων);
Αν ναι τότε η ΚΛΔ μπορεί να αρχίσει να σχεδιάζει νέες επενδύσεις για του χρόνου
(π.χ. την επέκτασή της στην αγορά των καλωδίων οπτικών ινών). Όμως εάν ο
πληθωρισμός είναι άστατος και απρόβλεπτος, δεν θα είναι σε θέση να μπορεί εκ
των προτέρων να προβλέψει τα κέρδη της. Γιατί; Μα γιατί μπορεί να κληθεί να
πληρώσει είτε 10% είτε 5% είτε και 25% παραπάνω για τις πρώτες ύλες της (π.χ.
για το χαλκό).
Χωρίς αστάθεια στις τιμές, η αύξηση της
τιμής των καλωδίων θα έστελνε ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην ΚΛΔ: «Πάμε καλά!
Επένδυσε σε νέα τεχνολογία!» Με ασταθή και απρόβλεπτο πληθωρισμό όμως, η ΚΛΔ
δεν ξέρει πως να ερμηνεύσει αυτή την αύξηση της τιμής των προϊόντων της. Είναι
σαν τα μηνύματα που στέλνουν οι τιμές να έχουν «θωλώσει» και να μη
μπορούν οι παραγωγοί να τα «διαβάσουν» - σαν ο πληθωρισμός να εκπέμπει
«παράσιτα» τα οποία καλύπτουν τα μηνύματα που στέλνονται από την αγορά στις
εταιρίες.
Στο βαθμό που ο μηχανισμός της αγοράς
θεωρείται από τους οικονομολόγους ως ένας αποτελεσματικός τρόπος οι λογής-λογής
παραγωγοί να λαμβάνουν μηνύματα από την κοινωνία για το που πρέπει να στρέψουν
την «ενέργεια» τους, δηλαδή τις επενδύσεις τους, ο πληθωρισμός αποτελεί έναν
«σαμποτέρ». Και δεν είναι μόνο καταστροφικός για τα σχέδια των μεγάλων
εταιριών. Δυναμιτίζει με τον ίδιο τρόπο και την παραγωγική διαδικασία των
μικρομεσαίων. Για παράδειγμα όταν υπό συνθήκες μηδενικού πληθωρισμού ανεβαίνει
η τιμή των καρπουζιών, είναι σαν η κοινωνία να λέει στον αγρότη: «θέλουμε
περισσότερα καρπούζια».
Όμως σε καθεστώς άστατου πληθωρισμού, ο
αγρότης δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η αύξηση που παρατηρεί στις τιμές των
καρπουζιών σημαίνει ότι η παραγωγή καρπουζιών έγινε πιο επικερδής (και άρα αν
θα πρέπει να την αυξήσει) ή ότι απλώς όλες οι τιμές ανέρχονται το οποίο
σημαίνει ότι δεν υπάρχει λόγος να φυτέψει περισσότερα καρπούζια μιας και τα
έξοδά του θα αυξηθούν και αυτά, π.χ. οι τιμές των λιπασμάτων θα ανέβουν,
«ακυρώνοντας» έτσι το όφελος από τις ανεβασμένες τιμές των καρπουζιών. Το κακό
με μια τέτοια κατάσταση (σύμφωνα με τους οικονομολόγους) είναι ότι η αγορά, ως
σύστημα συντονισμού της παραγωγής, αποδιοργανώνεται με αποτέλεσμα να χάνονται
πολλές ευκαιρίες καθώς οι παραγωγοί αντιδρούν με όλο και περισσότερο
σκεπτικισμό στις αυξομειώσεις της τιμής των προϊόντων τους.
Το δεύτερο κόστος του πληθωρισμού στον
Πίνακα 6 είναι επέκταση του πρώτου. Η εταιρία ΚΛΔ για παράδειγμα μπορεί να μην
επενδύσει στη νέα τεχνολογία των οπτικών ινών όχι γιατι δεν κερδοφορεί, ούτε
γιατί φοβάται ότι ο ΟΤΕ δεν θα αγοράσει τα νέα αυτά προϊόντα, αλλά μόνο και
μόνο επειδή δεν θέλει να ζει με το άγχος των αυξομειώσεων των τιμών. Συνεπώς
ένα μέρος των επενδύσεων, και κατ’ επέκταση του αυριανού κεφάλαιου, χάνεται εξ
αιτίας του πληθωρισμού και της αβεβαιότητας που αυτός προκαλεί.
Το τρίτο κόστος αφορά τη διανομή του
εισοδήματος και προκύπτει επειδή, σε περίοδο πληθωρισμού, κάποια άτομα δεν
μπορούν να αυξήσουν τα έσοδά τους όσο γρήγορα μπορούν οι υπόλοιποι. Π.χ. οι
συντάξεις συνήθως αυξάνονται σαφώς πιο αργά από τα λοιπά εισοδήματα μιας
κοινωνίας. Αποτέλεσμα είναι οι συνταξιούχοι να βλέπουν το βιωτικό τους επίπεδο
να μειώνεται συνεχώς. Αυτό ισχύει ακόμα και όταν οι συντάξεις αυξάνονται
σύμφωνα με τον πληθωρισμό εφόσον τα υπόλοιπα εισοδήματα (μισθοί, κέρδη,
ενοίκια) αυξάνονται πιο γρήγορα από τον πληθωρισμό.
Εάν τώρα ρίξουμε μια ματιά στο τρίτο κόστος
της ύφεσης, θα δούμε ότι η ανεργία, όπως και ο πληθωρισμός, αναδιανέμει το
εισόδημα. Στην περίπτωση της ανεργίας, τα πράγματα όμως είναι πιο ξεκάθαρα από
την περίπτωση του πληθωρισμού: Η ανεργία βαθαίνει τις κοινωνικές ανισότητες και
αυξάνει τη φτώχεια. Ιδίως σε περιόδους που η οικονομία αναπτύσσεται (δηλαδή το
ΑΕΠ αυξάνεται με περισσότερο από 2% ή 3% ετησίως) την ώρα που η ανεργία
παραμένει υψηλή (π.χ. πάνε από 10%), το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ των
άνεργων και των εργαζόμενων ή των εισοδηματιών γίνεται όλο και πιο ανυπέρβλητο.
Ο πληθωρισμός όμως από την άλλη μεριά δεν
μεγεθύνει τις ανισότητες αναγκαστικά. Μάλιστα πολλές φορές τις μικραίνει! Ας
πάρουμε για παράδειγμα την Κα Αγγελική η οποία είναι αγρότισσα και ζει από τα
λαχανικά που πουλάει. Κάποια στιγμή δανείστηκε από έναν μεγαλέμπορο ένα
εκατομύριο δραχμές για ένα χρόνο υποσχόμενη να του επιστρέψει σε ένα χρόνο
1.100.000δρχ (δηλαδή με ονομαστικό επιτόκιο 10% ετησίως). Όταν τα συμφωνήσανε ο
πληθωρισμός έτρεχε με ρυθμό 5% ετησίως. (Θυμίσου από το Κεφάλαιο 6 ότι αυτό
σημαίνει ότι το πραγματικό επιτόκιο ήταν 5%). Ξαφνικά όλες οι τιμές αυξάνονται
όχι κατά 5% αλλά κατά 8%. Έλεγξε ότι, όσον αφορά την συναλλαγή αυτή, το
εισόδημα της Κας Αγγελικής αυξήθηκε σε σχέση με του μεγαλέμπορου έπεσε. [Από τη
στιγμή που η τιμή των λαχανικών που πουλάει η Κα Αγγελική αυξήθηκε, αυξήθηκε
και το εισόδημά της. Όμως οι τόκοι που χρωστάει στον μεγαλέμπορο παραμένουν
100.000δρχ. Συνεπώς, στην πραγματικότητα, ο πληθωρισμός ωφέλησε την Κα Αγγελική
εις βάρος του μεγαλέμπορου.]
Τι ίδιο θα συνέβαινε εάν η κα Αγγελική
πλήρωνε ένα σταθερό ενοίκιο για το σπίτι της ή τον αγρό της και ξάφνου ανέβαινε
ο πληθωρισμός. Το πραγματικό της εισόδημα θα ανέβαινε ενώ εκείνο του ιδιοκτήτη
θα έπεφτε (καθώς το ενοίκιο θα έμενε σταθερό όταν οι υπόλοιπες τιμές έχουν
πάρει την ανηφόρα). Σε γενικές γραμμές λοιπόν, ο πληθωρισμός τείνει να μειώνει
τις ανισότητες, εφόσον οι απώλειες των συνταξιούχων και των άλλων κατηγοριών
που ζουν από κρατικές μεταβιβάσεις είναι μικρότερες συνολικά από τα οφέλη των
εργαζόμενων σε βάρος των εισοδηματιών.
Ο Keynes συγκρίνει το κοινωνικό κόστος του
πληθωρισμού με αυτό της ύφεσης
Τις παραπάνω σκέψεις συμμεριζόταν ο, γνωστός
σου πλέον, John Maynard Keynes όταν έγραφε: «Ο πληθωρισμός είναι άδικος ενώ
η ύφεση είναι άσκοπη. Από τα δύο αυτά φαινόμενα η ύφεση είναι χειρότερη.
Σε ένα κόσμο που η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι φτωχοί, είναι χειρότερο να
προκαλείς ανεργία παρά να απογοητεύεις τους εισοδηματίες.»
Συγκρίνοντας το δεύτερο κόστος πληθωρισμού
και ύφεσης (βλέπε Πίνακα 6) διαπιστώνουμε ότι και τα δύο φαινόμενα δημιουργούν
αβεβαιότητα. Είδαμε πιο πάνω πως το επιτυγχάνει αυτό ο πληθωρισμός. Την
αβεβαιότητα που προέρχεται από την ύφεση την αναλύσαμε στο Κεφάλαιο 9 (ιδίως
στο Τμήαμα 9.1). Εν συντομία, πρόκειται για το φόβο των επιχειρηματιών ότι δεν
θα μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους – ένα φόβο που τους σταματά από το να
επενδύουν, με αποτέλεσμα να μειώνεται το ΑΕΠ και να συντηρείται η κρίση.
Βλέποντας μεγάλο ποσοστό του εργατικού δυναμικού χωρίς δουλειά, αυτή η
αβεβαιότητα μεγαλώνει (και μετατρέπεται σε ακόμη μεγαλύτερη απαισιοδοξία)
επειδή εκλαμβάνουν το υψηλό ποσοστό ανεργίας ως ένδειξη ότι η ζήτηση των
προϊόντων τους θα είναι όντως χαμηλή (μην ξεχνάς ότι ένας άνεργος εκτός από
φτωχός είναι και ανενεργός καταναλωτής).
Κλείνουμε το Τμήμα αυτό με το πρώτο κόστος
της ύφεσης (βλέπε Πίνακα 6): τον παροπλισμό και την καταστροφή παραγωγικών
δυνάμεων. Τί ήταν αυτό που έκανε τις κοινωνίες της αγοράς να αποβάλουν από
επάνω τους τη φεουδαρχία και την κακοδαιμονία του μεσαίωνα; Ήταν η δυνατότητά
τους να ενεργοποιούν και να κινητοποιούν τις παραγωγικές δυνάμεις των κοινωνιών
έτσι ώστε να παράγονται περισσότερα και νεότερα αγαθά σε όλο και πιο προσιτές
τιμές. Αναλογίσου τώρα τί εστί ανεργία: Είναι ο υποχρεωτικός παροπλισμός ατόμων
που θέλουν να δουλέψουν και που δεν ζητούν μισθούς μεγαλύτερους από αυτούς που
εισπράττουν όσοι εργάζονται ήδη. Είναι σαν μια αγροτική οικογένεια που έχει
μεγάλες ανάγκες και χρειάζεται όσο γίνεται πιο πολλά εργατικά χέρια, να
απαγορεύει σε κάποια μέλη της (τα οποία και θέλουν και μπορούν να εργαστούν) να
δουλέψουν: Κοινώς είναι παράλογο ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, ανορθολογικό.
Τη στιγμή που η κοινωνία έχει τόσες ανάγκες
(π.χ. τον καθαρισμό του περιβάλλοντος, την κατασκευή σχολείων), ένα ποσοστό
ανεργίας 10% σημαίνει ότι για κάθε 9.000 εργαζόμενους υπάρχουν 1000 που θέλουν
να εργαστούν, να παράγουν, αλλά δεν τους το επιτρέπει η κοινωνική οργάνωση της
παραγωγής – η κοινωνία. Εκατομύρια, αν όχι δισεκατομύρια, εργατοωρών πηγαίνουν
χαμένες κάθε χρόνο.
Ο «ελεύθερος χρόνος» των ανέργων
«Τουλάχιστον οι άνεργοι έχουν ελεύθερο
χρόνο», είπε σε μια ομιλία του ένας υπουργός εργασίας της Βρετανίας στη
διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Ένας άνεργος έστειλε μια συντομότατη επιστολή
σε έγκυρη εφημερίδα του Λονδίνου η οποία και τη δημοσίευσε. Έγραφε: «Κύριε
Διευθυντά, Παρακαλώ πληροφορείστε τον Κο υπουργό ότι όποιος δεν εργάζεται δεν
έχει ελεύθερο χρόνο.»
Και δεν είναι μόνο ότι αυτά τα άτομα
παροπλίζονται για την περίοδο της ύφεσης. Το κοινωνικό κόστος είναι πολύ
μεγαλύτερο καθώς η ανεργία ωθεί πολλά άτομα, οικογένειες ολόκληρες, στην εξαθλίωση
και στο κοινωνικό περιθώριο. Με απλά λόγια χάνουν τη δυνατότητα (ίσως για
πάντα) να αποκτούν νέες δεξιότητες, να μπορούν να ενταχθούν ξανά στην παραγωγή
όταν αυξηθεί και πάλι η ζήτηση εργασίας. Το βασικότερο ίσως, χάνουν τη
δυνατότητα να λειτουργούν κοινωνικά. Έτσι λοιπόν καταστρέφεται η παραγωγική
δύναμη μελλοντικών γενεών εργατών οι οποίοι απομακρύνονται από την αγορά
εργασίας και την παραγωγή σε τέτοιο βαθμό που, στην επόμενη περίοδο ανάπτυξης,
η οικονομία καταλήγει να πάσχει από έλλειψη εργατικών χεριών την ίδια στιγμή
που πολλά άτομα είναι άνεργα.
Σε περιόδους παρατεταμένης ύφεσης το
κοινωνικό κόστος της ανεργίας μεγεθύνεται ακόμη περισσότερο με την αύξηση της
εγκληματικότητας (η οποία κοστίζει μεγάλα ποσά σε έξοδα επι πλέον αστυνόμευσης
και δαπάνες για την κατασκεύη κανούργιων φυλακών), την κρίση των θεσμών αρωγής
(π.χ. ΙΚΑ, ΟΑΕΔ) και με την γενική υποχώρηση της κοινωνικής συνοχής. Το
ζητούμενο λοιπόν δεν είναι μόνο πως θα αντιμετωπιστεί και πως θα αποφευχθεί η
κρίση ενός οικονομικού συστήματος, αλλά πως είναι δυνατόν να καταπολεμηθούν
όλες οι μορφές κρίσεις τη στιγμή που κάποιες κοινωνικές ομάδες φοβούνται τη μια
μορφή (π.χ. πληθωρισμό ή ανεργία) περισσότερο από την άλλη.
12.4
Κρίσεις και φτώχεια
Ο Αμερικανός νομπελίστας Paul Samuelson, από
τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς οικονομολόγους, γράφει: «Οι αγορές δεν
έχουν ιδιαίτερο ταλέντο στο να βρίσκουν την καλύτερη λύση στην ερώτηση για
ποιόν θα παραχθεί το προϊόν. Η πιό αποτελεσματική οικονομία στον κόσμο μπορεί
να δημιουργήσει μία διανομή μισθών και περιουσίας που θα προσέβαλλε ακόμη και
τον πιο αφοσιωμένο υπερασπιστή των ελεύθερων αγορών».
Δεδομένου ότι αυτό το βιβλίο αποτελεί την
πρώτη σου «επαφή» με την οικονομική επιστήμη, πρέπει να σε προειδοποιήσουμε για
κάτι: η οικονομική θεωρία δεν περιέχει κάποια πρόβλεψη για το πως θα
διαμορφωθεί σε όρους ισότητας ή ανισότητας η κατανομή του εισοδήματος που
προκύπτει από την οικονομική δραστηριότητα. Μάλιστα, το πρόβλημα της φτώχειας
απασχολεί (δυστυχώς) ένα πολυ μικρό ποσοστό των οικονομολόγων. Βέβαια όλοι μας
ελπίζουμε ότι περίοδοι οικονομικής ανάπτυξης που αυξάνουν το μέσο εισόδημα στην
οικονομία και την απασχόληση θα τείνουν να μειώσουν τη φτώχεια. Στην
πράξη, παρόλο που τις περισσότερες φορές έχει παρατηρηθεί ότι η οικονομική
ανάπτυξη μειώνει (ελαφρά) τις ανισότητες στην κατανομή του εισοδήματος, οι
αλλαγές αυτές δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρυντικές για όσους ελπίζουν ότι οι φτωχοί
και οι άστεγοι θα εξαφανιστούν ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης.
Όπως φαίνεται στον Πίνακα 7 στις ΗΠΑ το
εισόδημα που αντιστοιχούσε στο φτωχότερο 20% (πεμπτημόριο) του πληθυσμού το
1950 ανέβηκε από το 4,5% το 1950 στο 5.4% είκοσι χρόνια αργότερα – μια μικρή
αλλά αισθητή βελτίωση η οποία σημαίνει ότι η σχετική φτώχεια υποχώρησε. Όμως τα
επόμενα είκοσι χρόνια, και παρόλο που στο μεταξύ η Αμερικανική οικονομία
αναπτύχθηκε σημαντικά, το εισόδημα του φτωχότερου 20% επέστρεψε στο 4.6% του
ΑΕΠ. Παράλληλα το πλουσιότερο 20% εξασφάλισε το 1990 μεγαλύτερο ποσοστό της
πίτας το 1990 απ’ ότι το 1950. (Ο Πίνακας 7 παραθέτει και την διανομή για την
Ελλάδα για την οποία δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για προηγούμενα έτη.)
Πίνακας 7: Προσωπική διανομή εισοδήματος σε ΗΠΑ , τα
έτη
1950 1970 1990 1994
|
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ |
1950 |
1970 |
1990 |
1994 |
|
ΦΤΩΧΟΤΕΡΟ ΠΕΜΠΤΗΜΟΡΙΟ |
4,5% |
5,4% |
4,6% |
3,7% |
|
ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΕΜΠΤΗΜΟΡΙΟ |
11,9% |
12,2% |
10,8% |
9,3% |
|
ΤΡΙΤΟ ΠΕΜΠΤΗΜΟΡΙΟ |
17,4% |
17,8% |
16,6% |
15,4% |
|
ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΕΜΠΤΗΜΟΡΙΟ |
23,6% |
23,8% |
23,8% |
23,4% |
|
ΠΛΟΥΣΙΟΤΕΡΟ ΠΕΜΠΤΗΜΟΡΙΟ |
42,7% |
40.9% |
44,5% |
48,5% |
Πηγή: Υπηρεσία Απογραφής ΗΠΑ, ΚΕΠΕ επεξεργασία στοιχείων της
Ερευνας Εισοδήματος της ΕΣΥΕ.
Τα παραπάνω στοιχεία αναφέρονται στη σχετική
φτώχεια. Μας δίνουν τη δυνατότητα να συμπεράνουμε ότι, π.χ., το 1994 για κάθε
100.000δρχ που κυκλοφορούσαν ως εισόδημα στην Ελλάδα, 48.500 δρχ κατέληξαν στα
μέλη του πιο πλούσιου 20% των Ελλήνων, αφήνωντας μόνο 3700δρχ για τα μέλη του
πιο φτωχού 20%. Όμως δεν μας διαφωτίζει για την απόλυτη φτώχεια, δηλαδή για το
πόσα χρήματα εισέπρατταν οι φτωχοί κάθε μήνα και για το έαν αυτά τα χρήματα
είναι αρκετά για να καλυφθούν βασικές τους ανάγκες.
Για αυτό το λόγο οι στατιστικοί και οι
οικονομολόγοι που μελετούν το φαινόμενο της φτώχειας, προσπαθούν να της
προσδώσουν έναν όσο γίνεται πιο ακριβή και μετρήσιμο ορισμό. Ετσι η γραμμή
φτώχειας ορίζεται σαν κάποιο ελάχιστο εισόδημα το οποίο πρέπει να έχει κάποιος για
να αγοράζει βασικά αγαθά: π.χ. ικανή ποσότητα ψωμιού, πρωτεϊνούχων τροφών,
λαδιού, το χαμηλότερο ενοίκιο που μπορεί να βρεί, έξοδα ελάχιστου ρουχισμού,
μετακίνησης κτλ. Αφού υπολογιστεί αυτό το ελάχιστο εισόδημα (η γραμμή
φτώχειας), μετριέται το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται κάτω από αυτό. Αυτό
το νούμερο θεωρείται το ποσοστό της απόλυτης φτώχειας της χώρας για το
συγκεκριμένο έτος.
Στην Ελλάδα αν και δυστυχώς δεν υπάρχει
επίσημη και γενικά αποδεκτή εκτίμηση αυτού του ποσοστού, εμπειρικές έρευνες που
έχουν γίνει γι' αυτό το θέμα φανερώνουν ότι πρέπει να κυμαίνεται γύρω στο 20%.
Το ποσοστό αυτό, αν και είναι μειωμένο σε σχέση με παλαιότερες μετρήσεις,
εξακολουθεί να είναι αρκετά μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό για τις
περισσότερες χώρες της Ευρώπης (βλέπε τον Πίνακα 8) και κατατάσσει τη χώρα μας
μαζί με την Ισπανία και την Ιρλανδία.
Πίνακας 8: Η απόλυτη
φτώχεια στην Ευρώπη
|
ΓΕΡΜΑΝΙΑ |
10% |
1978-1983 |
|
ΙΣΠΑΝΙΑ |
20% |
1980-1985 |
|
ΓΑΛΛΙΑ |
15% |
1979-1985 |
|
ΙΡΛΑΝΔΙΑ |
18,5% |
1980-1987 |
|
ΙΤΑΛΙΑ |
12.3% |
1980-1985 |
|
ΟΛΑΝΔΙΑ |
8% |
1979-1985 |
|
ΒΡΕΤΑΝΙΑ |
15% |
1981-1985 |
Πηγή: Eurostat 1990
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1929 , ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Ένας άνεργος άντρας στέκεται
έξω από εγκαταλελειμμένο μαγαζί σε πόλη των ΗΠΑ.
Η παγκόσμια οικονομική ύφεση
του 1929 (αγγλικά:The Great Depression) ήταν μια κατάσταση διεθνούς οικονομικής
ύφεσης
που διήρκησε από ένα μέχρι
δέκα χρόνια σε διάφορες χώρες του κόσμου. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη
οικονομική ύφεση της
σύγχρονης ιστορίας και
χρησιμοποιείται τον 21ο αιώνα ως παράδειγμα για το πόσο οδυνηρή μπορεί να είναι
μια οικονομική
καταστροφή. Η "Μεγάλη
Ύφεση", όπως χαρακτηρίστηκε στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τους αναλυτές προκλήθηκε
μετά από το χρηματιστηριακό
κραχ στις 29 Οκτωβρίου του
1929, γνωστό ως η Μαύρη Τρίτη. Το τέρμα της κρίσης στις ΗΠΑ ταυτίστηκε με το
έναυσμα της πολεμικής
οικονομίας του 2ου
παγκοσμίου πολέμου, γύρω στο 1939.
Η κρίση είχε καταστροφικές
επιπτώσεις τόσο στον ανεπτυγμένο, όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Επηρεάστηκε το διεθνές
εμπόριο, καθώς επίσης και τα προσωπικά εισοδήματα, τα έσοδα από φόρους,
οι τιμές και τα κέρδη. Η
οικονομία πόλεων ανά τον κόσμο επλήγη, ιδίως εκείνων που εξαρτώνταν
άμεσα από τη βαρειά
βιομηχανία. Οι κατασκευές πάγωσαν, οι αγροτο-κτηνοτροφικές εργασίες υποχώρησαν
λόγω πτώσης των τιμών στις
σοδειές κατά 40% με 60%. Με τη ζήτηση σε διαρκή υποχώρηση, σε συνδυασμό
με την έλλειψη εναλλακτικών
εργασιών, περιοχές που εξαρτώνταν από τον πρωτογενή τομέα όπως εκμετάλλευση
γης, ορυχείων και ξύλου
υπέφεραν ακόμη περισσότερο.
Η μεγάλη κρίση τερματίστηκε
σε διαφορετικό χρόνο ανά χώρα. Οι περισσότερες χώρες εφήρμοσαν προγράμματα
ανακούφισης και η πολιτική
τους ζωή πέρασε αναταραχές, εξωθώντας την ιδεολογία στα άκρα. Σε ορισμένα
κράτη,
οι απελπισμένοι πολίτες
στράφηκαν προς δημαγωγούς εθνικιστές, όπως τον Αδόλφο Χίτλερ, με αποτέλεσμα την
έναρξη
του 2ου παγκοσμίου πολέμου.
Το Φαινόμενο
της Χιονοστιβάδας
Η τεχνολογική εξέλιξη της
αγροτικής εκμετάλλευσης αντικατέστησε τους χειρονάκτες αγρότες στις
καλλιέργειες βάμβακα
στην κομητεία του Childress,
στο Τέξας, 1938.
Η μεγάλη κρίση δεν ήταν
αποτέλεσμα μιας απότομης πτώσης. Οι χρηματιστηριακές αγορές κινούνταν ανοδικά
στις αρχές
του 1930, επιστρέφοντας στα
αρχικά επίπεδα των αρχών του 1929 τον Απρίλιο, αν και ακόμη περίπου 30% κάτω
από τα
μέγιστα του Σεπτεμβρίου του
1929. Η αμερικανική κυβέρνηση και η βιομηχανία ξόδεψαν περισσότερα στο πρώτο
εξάμηνο
του 1930 απ' ότι στην
αντίστοιχη περίοδο του 1929. Όμως, οι καταναλωτές, πολλοί από τους οποίους
είχαν υποστεί
σημαντικές απώλειες στην
αγορά τον προηγούμενο χρόνο, είχαν περικόψει τα έξοδά τους κατά 10%, ενώ μια
μεγάλη
περίοδος ξηρασίας κατέστρεψε
τις αγροτικές περιοχές των ΗΠΑ, μια περίοδος που κράτησε μέχρι το καλοκαίρι του
1930.
Στις αρχές του 1930, η
τραπεζική πίστη ήταν διάχυτη και διαθέσιμη σε χαμηλά επιτόκια, αλλά ο κόσμος
ήταν συντηρητικός
στη λήψη δανείων. Το Μάιο οι
πωλήσεις αυτοκινήτων σημείωναν πτώση κάτω από τα επίπεδα του 1928. Οι τιμές
άρχισαν να
πέφτουν, αλλά οι μισθοί
διατηρούνταν σταθεροί μέχρι το 1930, οπότε και άρχισε να υποχωρεί η αγοραστική
δύναμη.
Η κατάσταση ήταν ακόμα
χειρότερη στις αγροτικές περιοχές, όπου οι τιμές των εμπορευμάτων έπεφταν
απότομα, καθώς
επίσης και σε ορυχεία και
δάση, όπου η ανεργία ανέβαινε και υπήρχαν ελάχιστες δουλειές. Η υποχώρηση της
αμερικανικής
οικονομίας ήταν ο παράγοντας
που συμπαρέσυρε και τις υπόλοιπες χώρες αρχικά, ενώ αργότερα, η εσωτερική
κατάσταση στις
οικονομίες της κάθε χώρας
καθόρισαν τις συνθήκες σε εθνικό επίπεδο. Απέλπιδες προσπάθειες για έξοδο από
την κρίση μέσα
από προστατευτικές
πολιτικές, όπως η Πράξη Smooth-Hawley Tariff το 1930 στις ΗΠΑ και ανταποδοτικοί
δασμοί σε άλλες χώρες,
κατέστησαν τελικά πιο εύκολη
την κατακρύμνιση του διεθνούς εμπορίου. Από τα τέλη του 1930 μέχρι και το
Μάρτιο του 1933 η
οικονομία ακολουθούσε μια
σταθερή πτώση.
Ο Τζόν Ντέιβινσον Ροκφέλερ,
μεγάλος βιομήχανος της εποχής, υποστήριξε πως:
Αυτές είναι δύσκολες μέρες, που
αποθαρρύνουν πολλούς. Στα 93 χρόνια της ζωής μου, υφέσεις ήλθαν και πέρασαν.
Η ευημερία πάντα επέστρεφε
και αυτό θα συμβεί και σε αυτή την περίπτωση.
Τα Αίτια της
Κρίσης
Το ετήσιο Ακαθάριστο Εγχώριο
Προϊόν των ΗΠΑ και οι μακροπρόθεσμες τάσεις μεταξύ 1920-1940, σε δισεκατομμύρια
δολάρια τρεχουσών τιμών.
Υπήρξαν πολλοί παράγοντες
που προκάλεσαν την κρίση, όπως δομικές αδυναμίες και συγκεκριμένα περιστατικά
τα οποία τη μετέτρεψαν σε μια
γενικευμένη κατάθλιψη, καθώς
και ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρθηκε από χώρα σε χώρα. Σχετικά με την περίοδο
αυτή, οι ιστορικοί αναφέρουν
ως δομικούς παράγοντες μεγάλες
καταστροφές τραπεζών και το χρηματιστηριακό κράχ, ενώ αναλυτές όπως ο Πίτερ
Τέμιν και ο Μπάρρυ Άιχενγκριν
δίνουν έμφαση στην απόφαση
της Βρετανίας να επιστρέψει στις ισοτιμίες που υπήρχαν πριν το Gold Standard
προτού ξεσπάσει ο 1ος παγκόσμιος
πόλεμος.
Οι εναλλασόμενοι κύκλοι
ύφεσης θεωρούνται ένα σύνηθες κομμάτι της ζωής σε ένα κόσμο με αβέβαιες
ισορροπίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Το ποιός παράγοντας
μετατρέπει μια συνήθη ήπια και σύντομη ύφεση ή οικονομικό κύκλο σε μια
γενικευμένη κατάπτωση αποτελεί αντικείμενο
συζήτησης. Άνθρωποι της
διανόησης δεν έχουν συμφωνήσει ως προς τα ακριβή αίτια και τη σχετική τους
συμβολή στην κρίση. Η αναζήτηση των
ευθυνών είναι στενά
συνδεδεμένη με το ερώτημα του πώς να αποφευχθεί μια μελλοντική κρίση και ως εκ τούτου
οι πολιτικές απόψεις τους
αναμυγνείονται σε μια
ανάλυση ιστορικών γεγονότων οκτώ παρελθουσών δεκαετιών. Το μεγαλύτερο ερώτημα
εστιάζεται στο κατά πόσο επρόκειτο
για μια αποτυχία της
ελεύθερης αγοράς ή για μια αποτυχία εκ μέρους των τραπεζών να προλάβουν την
κατάρρευση των τραπεζών, τον επακόλουθο
πανικό και περικοπές στα
χρηματικά αποθέματα. Εκείνοι που υποστηρίζουν ένα σημαντικό ρόλο του κράτους
στην οικονομία, πιστεύουν ότι
επρόκειτο κυρίως για την
αποτυχία των ελεύθερων αγορών, ενώ εκείνοι που πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά
υποστηρίζουν την άποψη πως η κρίση
οφειλόταν στην αποτυχία της
κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
Διαδήλωση ανέργων στο
Τορόντο του Οντάριο, στον Καναδά.
Σύγχρονες θεωρίες μπορεί να
κατηγοριοποιούνται σε τρεις σχολές. Πρώτον, υπάρχουν οι υποστηρικτές των
κλασικών οικονομικών: μονεταριστές,
η αυστριακή σχολή και η
νεοκλασική οικονομική θεωρία, όλες εκ των οποίων επικεντρώνονται στις
μακροοικονομικές επιπτώσεις στο χρηματικό
απόθεμα και στην προσφορά
χρυσού που στήριζε πολλά νομίσματα προτού γενικευθεί η κρίση,
συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής και της κατανάλωσης.
Κατά δεύτερον, υπάρχουν
πολλές δομικές θεωρίες, πιο γνωστή από τις οποίες η Κεϋνσιανή, αλλά και η σχολή
των θεσμικών οικονομικών, που τονίζουν
την υποκατανάλωση και την
υπερεπένδυση (οικονομική φούσκα), προκλητική συμπεριφορά των τραπεζικών
παραγόντων και βιομηχάνων, ή ανεπαρκείς κρατικοί
λειτουργοί. Όταν ο πανικός
ξεκίνησε και ακολούθησε η ύφεση, πολλοί πίστεψαν ότι μπορούσαν να διασώσουν τα
χρήματά τους παραμένοντας μακρυά από την
αγορά, καθώς οι τιμές
υποχωρούσαν έτσι ώστε ένα δεδομένο ποσοστό χρημάτων να μπορούσε να αγοράσει
περισσότερα αγαθά.
Σε τρίτο επίπεδο, υπάρχει η
μαρξιστική κριτική για την πολιτική οικονομία. Η κριτική αυτή εστιάζεται σε αντιφάσεις
του ίδιου του καπιταλισμού,
μια κοινωνική αντιπαλότητα
ως προς την οικειοποίηση της υπεραξίας του κεφαλαίου, καθώς προαγόταν μια
έμφυτη ανισορροπία στη συσσώρευσή του, με
υπερβολική συσσώρευση που
κλιμακωνόταν μέχρι τις περιοδικές κρίσεις που το απομείωναν. Η προέλευση της
κρίσης, ως εκ τούτου, εντοπίζεται αμιγώς
στη σφαίρα της παραγωγής, αν
και η οικονομική κρίση δύναται να επιδεινωθεί από προβλήματα δυσαναλογίας στην
υπερπαραγωγή στη βιομηχανία και
συναφείς παραγωγικούς
τομείς, καθώς και στην υποκατανάλωση του λαού.
Υπερβολικός
Δανεισμός
Το εύκολο χρήμα είναι η κύρια αιτία του
υπερδανεισμού. Όταν ένας επενδυτής πιστεύει πως μπορεί να βγάλει κέρδος 100%
ετησίως δανειζόμενος με
επιτόκιο 6%, θα δελεασθεί να
δανειστεί, να επενδύσει και να κερδοσκοπήσει με τα χρήματα αυτά. Αυτός ήταν και
ο πρωτεύων παράγοντας που οδήγησε στην
υπερχρέωση του 1929.
Εφευρέσεις και τεχνολογικές βελτιώσεις δημιούργησαν τεράστιες επενδυτικές
ευκαιρίες, οδηγώντας σε μεγάλα χρέη.
Ο υπερβολικός δανεισμός
θεωρείται μία από τις αιτίες της μεγάλης κρίσης. Μακροοικονομολόγοι, όπως ο
Μπεν Μπερνάνκε, πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ,
επανέφεραν την άποψη της
σχέσης χρέους-ύφεσης που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Ίρβινγκ Φίσερ. Ο τελευταίος
συνέδεσε την χαλαρή πίστωση με την υπερχρέωση, κάτι που
προλείανε το έδαφος για
κερδοσκοπικά παιχνίδια και επενδυτικές φούσκες. Επιπλέον, ο Μπερνάνκε προχώρησε
στην ενοχοποίηση εννέα αλληλοσυσχετιζόμενων παραγόντων
υπό συνθήκες χρέους και
ύφεσης για να διευκρινήσει το μηχανισμό της αποτυχίας.
Υποθέτοντας πως σε κάποιο δεδομένο χρονικό
διάστημα παρουσιάζεται μια κατάσταση υπερχρέωσης, το γεγονός αυτό θα οδηγήσει
σε ρευστοποίηση, είτε λόγω της
ανησυχίας των πιστωτών, είτε
των δανειοληπτών ή και των δύο. Τότε μπορούμε να εξαγάγουμε την ακόλουθη
συμπερασματική αλυσίδα που απαρτίζεται από εννέα κρίκους:
(1) Ρευστοποίηση των χρεών
που οδηγεί σε εν θερμώ πωλήσεις. (2) Συστολή των νομισματικών αποθεμάτων, καθώς
τα τραπεζικά δάνεια αποπληρώνονται και περιορίζεται
η ταχύτητα διακίνησης. (3)
Πτώση στα επίπεδα των τιμών, με άλλα λόγια, μια φούσκα του δολαρίου.
Συμπεραίνοντας, όπως ανεφέρθη και ανωτέρω, πως αυτή η πτώση δε
σχετίζεται με ανατίμηση,
πρέπει να ακολουθήσει: (4) μια ακόμη μεγαλύτερη πτώση στην καθαρή αξία των
επιχειρήσεων προκαλώντας πτωχεύσεις και (5) μια παρόμοια
πτώση στα κέρδη, η οποία σε
ένα καπιταλιστικό μοντέλο μιας κοινωνίας των ατομικών εσόδων, οδηγεί σε
ανησυχία η οποία οδηγεί σε: (6) Μείωση της παραγωγής, των
συναλλαγών και της εργασίας.
Αυτές οι απώλειες, οι πτωχεύσεις και η ανεργία, οδηγούν σε: (7) Απαισιοδοξία
έλλειψη αυτοπεποίθησης, η οποία εν συνεχεία οδηγεί σε
(8) Αποταμίευση και λιγότερη
διακίνηση χρήματος. Οι οκτώ αναφερθείσες μεταβολές προκαλούν: (9) Περίπλοκες
στρεβλώσεις στα επιτόκια δανεισμού και συγκεκριμένα,
μια πτώση στα ονομαστικά
επιτόκια και στην αξία του χρήματος, συνοδευόμενη από μια αύξηση στα πραγματικά
επιτόκια και της αγοραστικής αξίας των εμπορευμάτων.
Οι τράπεζες που είχαν
χρηματοδοτήσει τα υπερχρέη άρχισαν να καταρρέουν καθώς οι δανειολήπτες
αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και
καταθέτες σήκωναν τα χρήματά
τους μαζικά από τους λογαριασμούς τους, σχηματίζοντας τραπεζικές ουρές.
Κυβερνητικές εγγυήσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις της Fed που
είχαν σκοπό να αποτρέψουν
τέτοιες ουρές πανικού απεδείχθησαν αναποτελεσματικές και σε ορισμένες
περιπτώσεις αποφεύχθησαν. Τραπεζικές καταστροφές οδήγησαν στην
απώλεια αποθεμάτων
εκατομμυρίων δολαρίων. Τα απλήρωτα χρέη κατέστησαν ακόμη πιο επικίνδυνα, καθώς
οι τιμές και τα εισοδήματα έπεφταν 20-50%, αλλά τα χρέη παρέμεναν
στα ίδια επίπεδα. Μετά την
κρίση του 1929 και κατά τη διάρκεια των 10 πρώτων μηνών του 1930, 744
αμερικανικές τράπεζες κατέρρευσαν, ενώ μέχρι τα τέλη του έτους
ανέρχονταν συνολικά στις
9.000. Το 1933, οι καταθέτες είχαν σημειώσει απώλειες $ 140 δισεκατομμυρίων.
Οι καταρρεύσεις πήραν μορφή
χιονοστιβάδας καθώς απελπισμένοι τραπεζίτες απέσυραν δάνεια, τα οποία δεν είχαν
χρόνο ή χρήματα οι δανειολήπτες να αποπληρώσουν.
Όντα τα μελλοντικά κέρδη
χαμηλά, η επένδυση κεφαλαίων και οι κατασκευές περιορίστηκαν ή πάγωσαν τελείως.
Εν όψει προβληματικών δανείων και χειροτέρευσης μελλοντικών
προγραμμάτων, οι διασωθείσες
τράπεζες κατέστησαν ακόμη πιο συντηρητικές στις χορηγήσεις δανείων. Άρχισαν να
"κτίζουν" κεφαλαιακά αποθέματα και να περικόπτουν τα δάνεια,
εντείνοντας την υποτίμηση
του χρήματος. Ένας φαύλος κύκλος σχηματίστηκε, ενώ ακολούθησε και η οικονομική
κατρακύλα. Αυτή η αυτοεκπληρούμενη προφητεία προκάλεσε μετέτρεψε
την οικονομική ύφεση του
1930 σε μια μεγάλη οικονομική εξαθλίωση μέχρι το 1933
ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ
Αδιαμφισβήτητα
οι οικονομικές κρίσεις αποτελούν ένα συχνό φαινόμενο, καθώς απασχολούν την
ανθρωπότητα τουλάχιστον από τότε που αναδύθηκαν οι κοινωνίες της αγοράς.
Διερωτάται όμως κανείς, πώς είναι δυνατόν μέχρι σήμερα να μη γνωρίζουμε πώς να
αποφύγουμε τέτοια φαινόμενα. Φαίνεται ότι η ανθρώπινη φύση παραμένει αναλλοίωτη
και επαναλαμβάνει τα λάθη της, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε. Είτε γιατί έχει
προηγηθεί μία πολιτική κρίση, είτε γιατί η κερδοσκοπία «βασίλεψε» το αποτέλεσμα
είναι το ίδιο. Επενδυτές σε πανικό, εκτόξευση των τιμών, πλήθος ανέργων και
πολλές αλυσιδωτές αντιδράσεις που οδηγούν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση. Το
βέβαιο είναι ότι ο εντοπισμός των πραγματικών αιτίων μίας κρίσης απαιτεί μία
εις βάθος ανάλυση. Για να γίνει όμως αυτό, είναι πάντα χρήσιμη μία ανασκόπηση
στις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις του παρελθόντος.
Ως
μεγαλύτερη οικονομική κρίση στην παγκόσμια ιστορία καταγράφεται το κραχ του
1929. «Μαύρη Πέμπτη» αποκαλείται η Πέμπτη 24 Οκτωβρίου του 1929, όταν η Wall
Street έκλεισε με απώλειες 13%. Οι μετοχές είχαν πέσει αισθητά και αναπάντεχα,
γεγονός ασυνήθιστο, καθώς οι τιμές είχαν ανοδική πορεία για δέκα συνεχόμενα
έτη. Είχε προηγηθεί ένας αγώνας κερδοσκοπίας με αφορμή την ανάδυση νέων
τεχνολογιών και συγκεκριμένα του ραδιοφώνου και της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο πανικός των επενδυτών, οι οποίοι πουλούσαν μετοχές σε ταχύτατους
ρυθμούς, ωστόσο καταλυτικός ήταν ο ρόλος των τραπεζών και της κυβέρνησης. Οι
μεν πρώτες συμμετείχαν άμεσα στις κερδοσκοπικές κινήσεις, ενώ η δεύτερη δεν
τόλμησε να επέμβει τη στιγμή που ήταν απαραίτητο.
Αναζητώντας τα
βαθύτερα αίτια της κρίσης, εντοπίζουμε μια ανισορροπία στην οικονομία των ΗΠΑ,
από όπου και ξεκίνησε η κρίση. Η υπερπαραγωγή πρώτων υλών και γεωργικών
προϊόντων οδήγησε στην πτώση των τιμών και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης
των αγροτών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις υπεραισιόδοξες βιομηχανικές
επενδύσεις στους αναδυόμενους τεχνολογικούς τομείς, είχε ως αποτέλεσμα να
δημιουργηθεί μία προσφορά που ξεπερνούσε τη ζήτηση στην αγορά. Αυτό που
ακολούθησε δεν είχε προηγούμενο. Η Wall Street κατέρρευσε, με τους επενδυτές να
χάνουν συνολικά 40 δισ. δολάρια.
Παράλληλα,
διεθνώς επικρατούσε ένα ευάλωτο κλίμα. Οι οικονομίες όλων των χωρών ήταν ήδη
εξασθενημένες από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το γερμανικό και το βρετανικό
εμπόριο είχαν σημειώσει σημαντική πτώση, ενώ ο αμερικανικός προστατευτισμός και
η εμμονή στην αποπληρωμή των δανείων από τις ευρωπαϊκές χώρες επιδείνωσαν
περισσότερο το πρόβλημα. Η Γερμανία και η Αυστρία επλήγησαν πρώτες. Στη
συνέχεια, ο πανικός εξαπλώθηκε σε όλους τους χρηματιστηριακούς κύκλους της
Ευρώπης. Επιχειρήσεις και τράπεζες κατέρρευσαν αλυσιδωτά και επήλθε μία
παγκόσμια οικονομική ύφεση. Ο αριθμός των ανέργων εκτοξεύθηκε στα 30
εκατομμύρια.
Οι αντιδράσεις
που ακολούθησαν την εκδήλωση της κρίσης δεν ήταν ιδιαίτερα συντονισμένες. Τα
επιμέρους κράτη δεν επεδίωξαν την ευρύτερη διεθνή συνεργασία, αλλά προτίμησαν
να περιοριστούν στη ρύθμιση της εθνικής τους πολιτικής μειώνοντας τις δαπάνες
τους. Στον αντίποδα, βρισκόταν η πολιτική του New Deal που ακολούθησε ο
Αμερικανός Franklin Roosevelt, σύμφωνα με την οποία η αναθέρμανση της
οικονομίας απαιτούσε την αύξηση των κρατικών δαπανών.
Οπως ήταν
αναμενόμενο, τις επιπτώσεις της κρίσης δεν απέφυγε ούτε η Ελλάδα. Το
Χρηματιστήριο Αθηνών έκλεισε επ’ αόριστον και τα αποθέματα της Τράπεζας της
Ελλάδος σε συνάλλαγμα και χρυσό εξανεμίστηκαν λόγω της κερδοσκοπίας. Ακολούθησε
η μείωση των εισαγωγών και η διαμόρφωση μιας συναλλαγματικής πολιτικής
ιδιαίτερα προστατευτικής με έντονο τον κρατικό παρεμβατισμό. Την υποτίμηση του
εθνικού νομίσματος συνόδευσε η επιβολή καθεστώτος αναγκαστικής κυκλοφορίας της
δραχμής, κατάργησης της αγοράς συναλλάγματος και αναστολής πληρωμής χρεολυσίων
και τόκων για το σύνολο των κρατικών δανείων.
Ενδεικτικό του
αντίκτυπου της κρίσης είναι ότι η αμερικανική οικονομία χρειάστηκε μια δεκαετία
για να συνέλθει. Λυτρωτικά λειτούργησε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς οι
τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες εκμηδένισαν την ανεργία και εκτόξευσαν την
ανάπτυξη.
Μετά τον πόλεμο
οι περισσότερες οικονομίες γεύτηκαν τη μακρύτερη περίοδο ανάπτυξης στην ιστορία
των κοινωνιών της αγοράς. Από το 1950 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70
οι οικονομίες αναπτύσσονταν με χαμηλά ποσοστά ανεργίας και πληθωρισμού.
Κατά τη διάρκεια
της δεκαετίας του ’70 έκαναν την εμφάνισή τους δύο πετρελαϊκές κρίσεις. Αυτές
έφεραν στο προσκήνιο το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή τη συνύπαρξη
πληθωρισμού και αυξημένης ανεργίας. Ως επίσημη ημερομηνία έναρξης της
πρώτης κρίσης καταγράφεται η 17η Οκτωβρίου του 1973, όταν τα μέλη του OAPEC
(Οργανισμού Αραβικών Χωρών - Εξαγωγέων Πετρελαίου Oργανισμού Aραβικών
Πετρελαιοπαραγωγών Kρατών) ανακοίνωσαν ότι δεν θα προμήθευαν πλέον με πετρέλαιο
τις χώρες που υποστήριξαν το Ισραήλ στη διαμάχη του με τη Συρία και την
Αίγυπτο. Σε αυτές τις χώρες συμπεριλαμβάνονταν οι ΗΠΑ, οι σύμμαχοι τους στη
Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία.
Παράλληλα, τα
μέλη του OPEC (Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών χωρών) συμφώνησαν να
εκμεταλλευτούν την επιρροή τους στο μηχανισμό καθορισμού της τιμής του
πετρελαίου, έτσι ώστε να αυξηθεί η τιμή του παγκοσμίως. Ετσι, η εξάρτηση του
βιομηχανοποιημένου κόσμου από το αργό πετρέλαιο και ο κυρίαρχος ρόλος του OPEC
ως παγκόσμιου προμηθευτή, οδήγησαν σε δραματικά πληθωριστικές αυξήσεις τιμών,
ενώ ήταν κατασταλτικές για την οικονομική δραστηριότητα.
Παρόλα αυτά, οι
στοχευμένες χώρες ανταποκρίθηκαν βρίσκοντας νέες πρωτοβουλίες για να
περιορίσουν την εξάρτηση τους από τις παραπάνω χώρες. Παρά τις προσπάθειες των
αραβικών κρατών να καταδείξουν την ενεργειακή εξάρτηση της Δύσης, μπορεί να
υποστηριχθεί ότι τελικά διαπραγματεύονταν διπλωματικά οφέλη για την ολοένα και
αυξανόμενη εξάρτηση από τη Δύση για οικονομική και στρατιωτική ασφάλεια. Η
έντονη αντίδραση από τις ΗΠΑ, τη Δυτική Ευρώπη, την Ιαπωνία και τη Σοβιετική
Ενωση, καθώς και η εισροή νέου πετρελαϊκού πλούτου, είχαν επικίνδυνες συνέπειες
για τα αραβικά κράτη κατά τα έτη μετά το 1973 και το εμπάργκο του OPEC. Οι
υψηλές τιμές του πετρελαίου άνοιξαν νέους δρόμους προς αναζήτηση ενέργειας,
φτάνοντας μέχρι την Αλάσκα, τη Βόρειο Θάλασσα, την Κασπία Θάλασσα και τον
Καύκασο.
Εξι χρόνια μετά,
το 1979, ακολούθησε η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση. Εκανε την εμφάνισή της στις
ΗΠΑ, στον απόηχο της ιρανικής επανάστασης,. Μετά την πολιτική κρίση και τον
Ayatollah Khomeini να ανακτά τον έλεγχο του Ιράν, οι διαμαρτυρίες γκρέμισαν τον
πετρελαϊκό τομέα του Ιράν. Παρόλο που το νέο καθεστώς επανέλαβε τις εξαγωγές
πετρελαίου, ήταν ασυνεπείς και λιγότερες οδηγώντας τις τιμές να εκτοξευθούν στα
ύψη.
Οι χώρες του OPEC
για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αύξησαν την παραγωγή τους και η συνολική
απώλεια έφτασε στο 4%. Ωστόσο, επικράτησε ένας διαδεδομένος πανικός που
ανέβασε την τιμή πολύ περισσότερο από όσο θα αναμενόταν. Μετά το 1980 οι τιμές
του πετρελαίου έπεφταν για έξι συνεχόμενα έτη και κορυφώθηκαν το 1986 με μία
πτώση 46%. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της μειωμένης ζήτησης και της υπερβολικής
παραγωγής, οδηγώντας τον OPEC στο να χάσει την ενότητα του. Εξαγωγείς
πετρελαίου, όπως το Μεξικό, η Νιγηρία και η Βενεζουέλα επεκτάθηκαν σημαντικά,
ενώ οι ΗΠΑ και η Ευρώπη πήραν περισσότερο πετρέλαιο από το Prudhoe Bay και τη
Βόρειο Θάλασσα.
Από τα μέσα της
δεκαετίας του ’80 και σχεδόν μία δεκαετία μετά την τελευταία κρίση παρατηρήθηκε
μία σημαντική οικονομική ανάκαμψη. Οι οικονομίες αναπτύχθηκαν και πάλι, ο
πληθωρισμός υποχώρησε και τα χρηματιστήρια έζησαν μεγάλες δόξες. Η ταχύτατη
πτώση των μετοχών που ακολούθησε, τον Οκτώβριο του ’87, έφερε μνήμες από τον
Οκτώβριο του ’29. Τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου του 1987 ο δείκτης Dow Jones έχασε το
22% της αξίας του μέσα σε λίγες ώρες, δίνοντας το έναυσμα για ένα μαζικό
ξεπούλημα μετοχών στην Ευρώπη και την Ιαπωνία.
Τα αίτια της
κρίσης προκύπτει ότι ήταν οικονομικοπολιτικά. Τα στοιχεία για το εμπορικό
έλλειμμα των ΗΠΑ το Σεπτέμβριο ήταν δυσμενή. Παράλληλα, οι εξελίξεις στο
πολιτικό σκηνικό ήταν αρνητικές, καθώς ο πρόεδρος Reagan δεν ήταν σε θέση, για
λόγους υγείας, να ελέγχει την κατάσταση στις ΗΠΑ και η κρίση στον Περσικό Κόλπο
κλιμακωνόταν.
Οσον αφορά στο
Χρηματιστήριο Αθηνών παρατηρήθηκε πρωτοφανής πτώση των τιμών των μετοχών, ενώ
έμεινε κλειστό από τις 20 Οκτωβρίου έως τις 23 Οκτωβρίου του 1987.
Ωστόσο, ακόμα και όταν άνοιξε, η πτώση εξακολούθησε να είναι σημαντική
και η προσφορά καταιγιστική. Η απογοήτευση ήταν διάχυτη στους επενδυτές. Ο τότε
πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, κατηγορούσε τις ΗΠΑ για την κρίση και στη
Βουλή οι κατηγορίες εκτοξεύονταν κατά πάντων.
Βέβαια, αυτή τη
φορά ο αντίκτυπος της κρίσης δεν ήταν τόσο δραματικός όσο το 1929. Η
αμερικανική οικονομία ήταν πλέον πιο ισχυρή και ανθεκτική σε τέτοιου είδους
«χτυπήματα». Επιπλέον, η επέμβαση της κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας των
ΗΠΑ, με τη διάθεση μεγάλων ποσοτήτων ρευστού στην αγορά, υπήρξε καθοριστική. Με
αυτόν τον τρόπο επωφελήθηκαν οι τράπεζες, μείωσαν τα επιτόκια και έδωσαν
σημαντικά δάνεια στις μεγαλύτερες εισηγμένες επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά,
θεωρείται ότι η εν λόγω κρίση σήμανε τη νέα μείωση της οικονομικής
δραστηριότητας που παρατηρήθηκε την περίοδο 1989-1992 στην παγκόσμια οικονομία.
Μέχρι το 1997
χώρες της Ασίας, όπως η Ταϊλάνδη, η Μαλαισία, οι Φιλιππίνες και η Ινδονησία
γνώριζαν μια ραγδαία ανάπτυξη. Οι επενδύσεις που προσέλκυαν έφταναν στο ήμισυ
των συνολικών επενδύσεων σε αναπτυσσόμενες χώρες. Ιαπωνικές τράπεζες και
αμερικανικοί οργανισμοί επένδυσαν σε αυτές, χωρίς να ανησυχούν για τα κέρδη
τους, καθώς τα τοπικά νομίσματα ήταν προσκολλημένα στο δολάριο.
Ωστόσο, ο
ξέφρενος ρυθμός των επενδύσεων και τα ελλείμματα στον προϋπολογισμό των
ασιατικών χωρών είχαν ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να συγκρατήσουν τη
συναλλαγματική ισοτιμία με το δολάριο. Με την εγκατάλειψη της εν λόγω ισοτιμίας
ακολούθησε ραγδαία πτώση στα χρηματιστήρια και στις τιμές των οικοδομικών
επιχειρήσεων που ανθούσαν μέχρι τότε. Ενδεικτικό είναι ότι το χρηματιστήριο του
Χονγκ Κονγκ σημείωσε πτώση 64% κατά την περίοδο 1997-1998.
Οι επιπτώσεις της
κρίσης παρέμειναν μέχρι και το 1998. Στις Φιλιππίνες η ανάπτυξη άγγιξε το
μηδέν. Μόνο η Σιγκαπούρη και η Ταϊβάν απέφυγαν τις σοβαρές συνέπειες της
κρίσης, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η κρίση δεν τις άγγιξε. Ωστόσο,
μέχρι το 1999 τα σημάδια ανάκαμψης στις οικονομίες της Ασίας άρχισαν να
γίνονται εμφανή.
Στα τέλη της
δεκαετίας του ’90, οι εταιρείες του internet βρέθηκαν στο απόγειο τους. Η τάση
για επένδυση σε μετοχές υψηλής τεχνολογίας ήταν γενικευμένη. Το φαινόμενο
κορυφώθηκε τον Ιανουάριο του 2000, όταν η AOL εξαγόρασε με το αστρονομικό ποσό
των 200 δισ. δολαρίων τον όμιλο Time Warner. Το Μάρτιο του 2000 ο δείκτης
μετοχών υψηλής τεχνολογίας Nasdaq έφτασε το ιστορικό του υψηλό άνω των 5.000 μονάδων.
Η φούσκα έσκασε, με το δείκτη Nasdaq να χάνει μέχρι τον Οκτώβριο του 2002 το
78% της αξίας του.
Ως κύρια
αίτια αυτής της πτώσης θεωρούνται οι υπερτιμημένες μετοχές των εταιρειών υψηλής
τεχνολογίας, αλλά και η διαφθορά των εταιρειών μιας και πολλές από αυτές
δήλωναν κέρδη υψηλότερα του πραγματικού. Συχνά επίσης, οι χρηματιστηριακοί
αναλυτές έδιναν θετικές εισηγήσεις για μετοχές εταιρειών που είχαν σημαντικά
οικονομικά προβλήματα. Οι συνέπειες για την αμερικανική οικονομία ήταν
ευρύτερες. Η πτώση ήταν απότομη, οι επενδύσεις «πάγωσαν» και η 11η Σεπτεμβρίου
αποτέλεσε τη χαριστική βολή. Η Fed όμως παρενέβη εγκαίρως, μειώνοντας διαδοχικά
τα επιτόκια και βοηθώντας τη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη να ανακάμψει.
Στις αρχές του καλοκαιριού
του 2007 οι ΗΠΑ είδαν για άλλη μια φορά την οικονομία τους να συρρικνώνεται.
Μία νέα λέξη άρχισε να απασχολεί όσους ασχολούνται με τα οικονομικά: τα
subprimes δάνεια. Πρόκειται για στεγαστικά δάνεια που χρηματοδοτούν πέραν του
100% της αξίας του ακινήτου, καθώς επίσης και δάνεια με υψηλότερο επιτόκιο σε
μη φερέγγυους δανειολήπτες. Αυτό σημαίνει ότι χορηγούνταν σε δανειολήπτες με
μεγάλη πιθανότητα να μην μπορέσουν να τα αποπληρώσουν, είτε γιατί έχουν χαμηλό
εισόδημα, είτε γιατί δεν έχουν μόνιμη εργασία. Επιπλέον, οι τόκοι είναι
εξαιρετικά υψηλοί αλλά και κυμαινόμενοι, δίνοντας το έναυσμα δημιουργίας ενός
κερδοσκοπικού συστήματος γύρω από αυτά. Με μόνο στόχο την επίτευξη κέρδους, τα
δάνεια χορηγήθηκαν στα αμερικανικά νοικοκυριά, χωρίς προηγουμένως οι τράπεζες
να ελέγξουν τη δυνατότητα αποπληρωμής τους. Αυτό σε συνδυασμό με την κρίση της
αγοράς ακινήτων και την πτώση των τιμών επέφερε μία γενικευμένη κρίση.
Ακολούθησαν κατασχέσεις σπιτιών και χιλιάδες εξώσεις. Η πώληση αυτών απλά
επιδείνωσε την κατάσταση. Μέσα από αλυσιδωτές αντιδράσεις η ύφεση της
αμερικανικής οικονομίας θεωρήθηκε πλέον δεδομένη.
Οι ανησυχίες
όμως, έχουν εξαπλωθεί και στις ευρωπαϊκές και ασιατικές αγορές. Το αποτέλεσμα
είναι οι κεντρικές τράπεζες να διοχετεύουν δισεκατομμύρια ευρώ ή δολάρια σε
αυτές. Το συνολικό ύψος της ζημίας για το σύνολο της παγκόσμιας αγοράς
αποτιμάται σε πάνω από 400 δισ. ευρώ, από τα οποία πάνω από 150 δισ. ευρώ
εκτιμάται ότι θα είναι η ζημία που θα επιβαρύνει τις μεγάλες ξένες τράπεζες.
ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ
ΚΡΙΣΗΣ. Η ΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ.
Οι περισσότερες εξηγήσεις για την πρόσφατη
χρηματοπιστωτική κρίση που κυκλοφορούν στην
Ελληνική μπλογκόσφαιρα είναι εξαιρετικά επιφανειακές και πάσχουν
από τεράστια δόση ιδεολογικής προκατάληψης. Θα επιχειρήσω λοιπόν μια
απλουστεμένη περίληψη των γεγονότων που έλαβαν χώρα στον χρηματοπιστωτικό
τομέα πριν την κρίση χωρίς να αναφερθώ στο ποιος φταίει, το
οποίο θα επιχειρήσω στο δεύτερο μερος.
Ας υποθέσουμε ότι είστε στελέχη μιας
τράπεζας. Ο νόμος σας επιτρέπει με τις καταθέσεις των πελατών σας να δίνετε
στεγαστικά δάνεια μόνο σε άτομα με καλό ιστορικό (prime borrowers). Προκειμένου
να αυξήσετε την κερδοφορία της τράπεζας, και έτσι και τα μπόνους σας, πολλά
δάνεια τα πουλάτε στους οργανισμούς Freddie Mac και Fannie Mae . Αυτό
σας επιτρέπει να πάρετε πίσω τα χρήματά σας για να δώσετε και άλλα δάνεια,
κρατώντας για κάθε δάνειο προμήθεια για τις υπηρεσίες σας. Οι
προμήθειες αυτές επιτρέπουν να αυξηθεί η κερδοφορία σας, αλλά όχι πολύ καθώς οι
οργανισμοί αγοράζουν μόνο δάνεια που πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις
(conforming loans). Π.χ. οι δανειολήπτες πρέπει να έχουν καλό ιστορικό, οι
δανειακές τους υποχρεώσεις να μην υπερβαίνουν ένα ποσοστό του εισοδήματός τους,
κ.ο.κ. Έτσι, η αγορά στην οποία μπορείτε να κινηθείτε είναι
περιορισμένη και ο ανταγωνισμός με άλλες τράπεζες μεγάλος.
Εναλλακτικά μπορείτε να αγοράσετε χρεόγραφα. Αλλά και πάλι ο νόμος σας
εμποδίζει να κρατάτε μετοχές και ομόλογα υψηλού ρίσκου. Μπορείτε
να κατέχετε μόνο ομόλογα του Αμερικανικού δημοσίου, και
στεγαστικά ομόλογα (mortgage-backed securities) τα οποία πληρώνουν τους
κατόχους τους από τους τόκους των στεγαστικών δανείων που έχουν
ως ενέχυρο, αλλά μόνο αν έχουν άριστη βαθμολογία σχετικά με το ρίσκο
τους (AAA rating). Τα ομόλογα αυτά, επειδή είναι χαμηλού ρίσκου, πληρώνουν
χαμηλά επιτόκια. Οι μέτοχοί σας είναι ασφαλείς, η κερδοφορία είναι καλή,
αλλά οι αμοιβές σας όχι όσο υψηλές θα μπορούσαν να είναι.
Είναι 1999 όταν ένας καινούργιος
νόμος (Financial Services Modernization Act) καταργεί έναν παλαιότερο (Glass-Steagall
Act) ο οποίος είχε μπει σε ισχύ μετά το κραχ του 1929. Ο νέος
νόμος, που είναι πιο γνωστός ως Gramm-Leach-Bliley Act καθώς
κατατέθηκε από το Ρεπουμπλικανό Γερουσιαστή Gramm και τους Ρεπουμπλικανούς
βουλευτές Leach και Bliley, άρει ορισμένους περιορισμούς. Η απορρύθμιση
είναι αποτέλεσμα μιας νέας πίστης στη δύναμη των αγορών, και της πεποίθησης
(λανθασμένης όπως παραδέχθηκε αργότερα ο Πρόεδρος της Fed Alan Greenspan) ότι
τα στελέχη των τραπεζών θα πράξουν με φρόνηση και με βάση το συμφέρον
των μετόχων τους.
Ο καινούργιος νόμος επιτρέπει αντί να
πουλάτε δάνεια στους οργανισμούς οι οποίοι εκδίδουν έναντι των
δανείων στεγαστικά ομόλογα τα οποία πουλάνε σε αποταμιευτές, να
εκδίδετε εσείς ομόλογα έναντι των δανείων σας. Αφού δεν έχετε σκοπό
να πουλήσετε τα δάνεια στους οργανισμούς, δεν χρειάζεται και να τηρείτε
τις αυστηρές προδιαγραφές που θέτουν. Και αφού το ρίσκο
μπορείτε να το μετακυλίσετε σε όποιον αγοράσει τα ομόλογά σας, ανέχεστε
μικρότερη συμμετοχή του δανειολήπτη στην αξία του ακινήτου, κάνετε τα στραβά
μάτια όταν οι υπάλληλοί σας, προκειμένου να βγάλουν προμήθεια, δηλώνουν
πλασματικά εισοδήματα για τους δανειολήπτες, κ.ο.κ. Στόχος σας είναι να
συνεχίσετε να εκδίδετε ομόλογα έναντι νέων δανείων και να τα πουλάτε,
καθώς κάθε φορά που το κάνετε κρατάτε προμήθεια. Η κερδοφορία αυξάνει, και τα
μπόνους σας παχαίνουν.
Ο νέος νόμος επιτρέπει επίσης στις μητρικές
εταιρίες των τραπεζών (bank-holding companies) να ιδρύουν θυγατρικές που
θα έχουν το δικαίωμα να ενεργοποιούνται σε δραστηριότητες οι οποίες δεν
επιτρέπονται στις τράπεζες που κατέχουν, εφ’ όσον ωστόσο δεν αντλούν
κεφάλαια από καταθέσεις. Μπορείτε επιτέλους να απλώσετε το χέρι σας στην αγορά
λιγότερο φερέγγυων δανειοληπτών, ιδρύοντας πιστωτικούς οργανισμούς (sub-prime
lenders) που θα δίνουν δάνεια σε αυτά τα άτομα χρεώνοντας υψηλό
επιτόκιο ανάλογο του ρίσκου (π.χ. η Citigroup στην οποία ανήκει η Citibank
ίδρυσε τη CitiMortgage) . Σε όσους δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το
υψηλό επιτόκιο δίνετε πολύ χαμηλό επιτόκιο για δυο χρόνια με απότομη αύξηση
μετά (π.χ. το ARM 2/28). Μην ανησυχείτε, τους λέτε, μπορείτε να βελτιώσετε το
ιστορικό σας τα δυο αυτά χρόνια, και μετά να πάρετε κανονικό δάνειο
(refinance). Και αν δεν τα καταφέρετε, έτσι που ανεβαίνουν οι τιμές το
πολύ-πολύ να πουλήσετε το σπίτι και να καρπωθείτε την υπεραξία. Ούτε
κουβέντα βέβαια για το τι θα γίνει αν οι τιμές πάψουν να ανεβαίνουν. Έτσι και
αλλιώς δεν έχετε σκοπό να κρατήσετε τα δάνεια. Σκοπός σας είναι να τα
ομολογοποιήσετε και να τα πουλήσετε κρατώντας την προμήθεια.
Το πρόβλημα είναι ότι εκτώς από ελάχιστες
επενδυτικές τράπεζες που είναι διατεθειμένες να ανεχτούν το ρίσκο ομολόγων
βασισμένων σε sub-prime δάνεια προς χάρην αυξημένης απόδοσης, δύσκολο να
βρείτε αγοραστές. Ευτυχώς υπάρχει λύση. Χωρίζετε τα ομόλογα που έχουν
ενέχυρο τα τοξικά αυτά δάνεια σε κατηγορίες (tranches). Η χαμηλότερη
κατηγορία είναι αυτή που θα πληγεί πρώτη αν οι δανειολήπτες σταματήσουν να
πληρώνουν τις δόσεις. Επειδή έχουν υψηλό ρίσκο, τα ομόλογα αυτά πληρώνουν υψηλό
επιτόκιο. Αν περισσότεροι δανειολήπτες χρεοκωπήσουν τότε και όσοι κατέχουν
ομόλογα της επόμενης κατηγορίας θα σταματήσουν να λαμβάνουν πληρωμή. Τα
ομόλογα αυτά πληρώνουν επίσης υψηλό επιτόκιο αλλά χαμηλότερο από τα πρώτα.
Η πιο ασφαλής κατηγορία είναι τα ομόλογα που θα πάψουν να
πληρώνουν τελευταία, και δίνει το χαμηλότερο επιτόκιο. Πάτε στους ιδιωτικούς
επενδυτικούς οίκους Standards and Poors και Moodys που βαθμολογούν τα ομόλογα
και τους λέτε ότι για να χάσουν τα λεφτά τους οι κάτοχοι της ασφαλούς
κατηγορίας θα πρέπει το ποσοστό των πιστωτών που θα παύσει να πληρώνει τις
δανειακές του υποχρεώσεις να είναι σημαντικά μεγαλύτερο από ότι έχει
συμβεί ποτέ ιστορικά.
Οι οίκοι, που δεν θέλουν να σας
στεναχωρήσουν, άλλωστε είστε καλοί πελάτες τους, δίνουν στα ομόλογα αυτά
την ανώτατη βαθμολογία (ΑΑΑ) χωρίς να ξέρουν τίποτα για τα δάνεια στα
οποία στηρίζονται τα ομόλογα. Πήγατε με ένα σάκο γεμάτο κάρβουνο, και
καταφέρατε να κάνετε μέρος από αυτό το κάρβουνο χρυσάφι. Μπορείτε πλέον να
πουλήσετε αυτά τα ομόλογα σε αποταμιευτές που δεν τους αρέσει το ρίσκο, όπως
π.χ. συνταξιοδοτικά ταμεία στην Ισλανδία, σχολικά ταμεία στις Η.Π.Α., κ.ο.κ.
Αλλά και οι τράπεζες αρχίζουν να πουλάνε τα κρατικά ομόλογα που
κατέχουν και να αγοράζουν mortgage-backed securities που προσφέρουν
υψηλότερα επιτόκια. Έχετε έτσι καταφέρει να παρακάμψετε το νόμο που εμποδίζει
σε τράπεζες να δανείζουν σε άτομα με κακό ιστορικό. Αγοράζοντας ΑΑΑ ομόλογα
εκδιδόμενα από sub-prime lenders με τα λεφτά των καταθετών σας ουσιαστικά
χρηματοδοτείτε έμμεσα τα δάνεια αυτά, παρόλο που δεν επιτρέπεται να τα δώσετε
εσείς. Η κερδοφορία των τραπεζών και τα μπόνους σας αγγίζουν πλέον επίπεδα που
αρκετοί χαρακτηρίζουν προκλητικά και απαράδεκτα.
Ο παρακάτω πίνακας απεικονίζει την αξία των
νέων δανείων, για τρεις τύπους δανείου, ως ποσοστό επί της συνολικής αξίας
(Source: Inside Mortgage Finance). Εύκολα διαπιστώνει κανείς
ότι από το 2001 και μέχρι την αρχή της κρίσης το 2007 η αξία των νέων
δανείων που αποτελούνται από τους δυο υψηλού ρίσκου τύπους (sub-prime και
A-Alt) αυξάνεται δραματικά σε σχέση με τα παραδοσιακά δάνεια. Από εκεί και πέρα
μειώνεται και στο τρίτο τέταρτο του 2008 οι δύο αυτοί τύποι έχουν σχεδόν
εκλείψει.
|
|
Average
2001-2003 |
2004 |
2005 |
2006 |
2007 |
2008:Q3 |
|
Conforming |
63.9% |
47.2% |
39.6% |
38.8% |
55.2% |
59.4% |
|
Alt-A |
2.5% |
7.2% |
13.8% |
15.7% |
13.2% |
1.1% |
|
Sub-prime |
7.2% |
20.7% |
22.7% |
23.5% |
9.2% |
0.7% |
Το 2006 συμβαίνει το αναπάντεχο. Οι
τιμές των ακινήτων, που μέχρι τότε ανέβαιναν, αρχίζουν να πέφτουν. Ένας λόγος
είναι ότι στην προσπάθειά τους να κερδοσκοπήσουν από την άνοδο των
τιμών, οι εργολάβοι πλημμύρησαν την αγορά με ακίνητα. Έτσι, ενώ το 2001
οι κενές μονάδες ήταν στα ιστορικά τους επίπεδα, σταδιακά σκαρφάλωσαν
στις 1.200.000 κενές μονάδες πάνω από τα ιστορικά επίπεδα το 2006, και
στις 1.600.000 μονάδες το 2007 (Source: Census Bureau). Επιπλέον, περίπου την
ίδια περίοδο τα sub-prime δάνεια με τα χαμηλά κυμαινόμενα επιτόκια τα
αναπροσαρμόζουν καθώς τα δύο χρόνια πέρασαν. Λόγω της σημαντικής αύξησης πολλοί
δανειζόμενοι δε μπορούν να εξυπηρετήσουν το κόστος των δανείων. Προσπαθούν
ταυτόχρονα να πουλήσουν τα σπίτια τους με αποτέλεσμα, και σε
συνδιασμό με τα παραπάνω, να ανακαλύψουν ότι αντίθετα με ότι
περίμεναν η τιμή του σπιτιού τους έχει πέσει και δε φτάνει για να καλύψει το
ποσό που χρωστάνε στην τράπεζα. Το ότι η ρίζα του κακού βρίσκεται στα sub-prime
δάνεια φαίνεται από τον παρακάτω πίνακα που δείχνει το ποσοστό των δανείων που
έχουν καθυστέρηση πληρωμών πάνω από 60 ημέρες ανάλογα με τον τύπο (Source:
First American CoreLogic LoanPerformance).
|
|
July 2005 |
July 2006 |
July 2007 |
July 2008 |
December 2008 |
|
Conforming |
0.4% |
0.5% |
0.6% |
1.3% |
1.7% |
|
Sub-prime |
4% |
5.5% |
8% |
12.5% |
16.8% |
Τα ποσοστά των sub-prime
δανειστών που έχουν παύσει πληρωμές είναι πλέον υψηλότερα από ότι έχουμε δει
ιστορικά. Όσοι κρατάνε ομόλογα βασισμένα σε στεγαστικά δάνεια, ακόμα και
αν είναι ΑΑΑ, αντιλαμβάνονται ότι το ρίσκο δεν ανταποκρίνεται στην
βαθμολογία. Κανείς δεν ξέρει ποιο είναι το πραγματικό ρίσκο, και έτσι κανένας
δε θέλει να τα αγοράσει. Εκατομμύρια αποταμιευτές κρατούν στα χαρτοφυλάκιά
τους ομόλογα που δε μπορούν να πουλήσουν και δεν ξέρουν ποια είναι η πραγματική
τους αξία. Ξέρουν ότι είναι μικρότερη αυτής που πλήρωσαν, αλλά το πόσο δεν το
γνωρίζουν. Η κρίση έχει αρχίσει…
ΑΙΤΙΑ
ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ
ΑΙΤΙΑ
Μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 ,το 2007
εμφανίζεται η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση η οποία έχει ως γενεσιουργό χώρα τις Ηνωμένες
πολιτείες Αμερικής κρίση αυτή οφείλεται στην μεγάλη τάση των τραπεζών των
Ηνωμένων πολιτειών να χορηγούν στεγαστικά
δάνεια με χαμηλή εξασφάλιση (αφορούν δάνεια που χορηγήθηκαν σε
ανθρώπους που δεν πληρούσαν τα βασικά κριτήρια πιστοληπτικής ικανότητας,
άνθρωποι χαμηλού και μη σταθερού εισοδήματος, άτομα που αντιμετωπίζουν
προβλήματα υγείας, φοιτητές κ.τ.λ και έως εκ τούτου συνδέθηκαν με υψηλό
κυμαινόμενο επιτόκιο . Τον Αύγουστο του 2007 κάποιοι μίλησαν για
μία πιστωτική «δυσλειτουργία»
στην αμερικανική οικονομία. Ας αναφερθούμε λοιπόν στο ιστορικό της κρίσης
διεθνώς, τα στάδια εξέλιξης της καθώς και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτήν. Μια
οικονομική δυσλειτουργία, έκανε αισθητή την εμφάνιση της τον Ιούλιο του 2007,
επιβεβαιώνοντας τα στοιχεία που είχαν παρουσιαστεί τους προηγούμενες μήνες. Τα
στοιχεία αυτά έδειχναν ότι ενώ για 5 συνεχή χρόνια οι τιμές των κατοικιών στις
ΗΠΑ αυξάνονταν,ξαφνικά στις αρχές του 2007 υπάρχει μια αισθητή μείωση των τιμών
αυτών. Επίσης ανησυχία προκάλεσε το γεγονός ότι η βρετανική τράπεζα HSBC
κατέγραφε ζημίες στο τμήμα καταναλωτικής πίστης που δραστηριοποιείται στις ΗΠΑ.
Παρ'όλα αυτά ο επικεφαλής της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας (Fed), Ben
Bernanke, ανακοίνωνε ότι δεν υπάρχει λόγος αναστάτωσης και ότι η υποχώρηση στην
αγορά ακινήτων είναι μη-ανησυχητική. Κι όμως παρά τις εφησυχαστικές δηλώσεις, η
αγορά κατοικίας των ΗΠΑ συνέχισε να μειώνεται με γρήγορους ρυθμούς και τον
Ιούλιο του 2007 εμφανίζεται το πρώτο ανησυχητικό
σημάδι. Η επενδυτική τράπεζα Bear Sterns σταματάει την λειτουργία
δύο hedge funds της (είναι εταιρίες που πραγματοποιούν κερδοσκοπικές συναλλαγές
πχ πουλάνε αέρα ή άλλα σημαντικά αγαθά,τα ονομαζόμενα αγαθά υψηλού κινδύνου,με
σκοπό τα κέρδη) ενώ παρόμοιες ενέργειες ακολουθούνται και από άλλα κορυφαία
χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (πχ. ΒΝΡ Paribas). Στην πραγματικότητα η αγορά κατοικίας χαμηλής εξασφάλισης ήταν η αφορμή να πληγεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό
σύστημα που θεωρείτο από πολλούς ασφαλές και στηριζόταν στις αρχές της
ελεύθερης οικονομίας. Εντούτοις, τα αίτια
της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης είναι βαθύτερα και προέρχονται από την
αδυναμία του παγκόσμιου πολιτικού, νομικού και ρυθμιστικού συστήματος να
διαχειριστεί με επιτυχία τις προκλήσεις μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Ο πρώτος και πολύ σημαντικός λόγος επαφίεται στις
υψηλού κίνδυνου πολιτικές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με στόχο τα υψηλά κέρδη, αδιαφορώντας για την
πιθανή ύπαρξη μακροπρόθεσμων ζημιών. Με την χρήση πολύπλοκων μαθηματικών
μοντέλων, αμφισβητούμενης αξιοπιστίας, οι επενδυτικές τράπεζες προωθούσαν με αυθαίρετο τρόπο προϊόντα σύνθετα
στην μορφή τους και αγνώστου περιεχομένου για το μεγαλύτερο μέρος των επενδυτών
που τα αγόραζαν. Ο λόγος για την επινόηση τέτοιων τεχνασμάτων ήταν οι υπέρογκες
αμοιβές των στελεχών τους, που εξαρτώνταν άμεσα από την κερδοφορία των τραπεζών
τους. Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι πολλοί αναλυτές την περίοδο 2005-2006
ήταν ενήμεροι για μια πιθανή πτώση στην αγορά ακίνητης περιουσίας των ΗΠΑ.
Ανάλογα ήταν και τα οικονομικά κίνητρα για τις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες
προέβησαν σε ανεπαρκή εκτίμηση και τιμολόγηση πιστωτικού κινδύνου, αύξησης του
λόγου του δανείου προ της αξία της κατοικίας κοντά στο 100% αδιαφορώντας για
τις πιθανές επιπτώσεις στην αποπληρωμή του δανείου από πιθανή μείωση στην αγορά
κατοικίας και θυσιάζοντας μια σταθερότερη μακροπρόθεσμη πορεία στον βωμό της
γρήγορης ανάπτυξης. Αξίζει να σημειωθεί πως το
σύνολο των bonus που δόθηκαν στα στελέχη της Wall Street ανέρχονται στο ποσό
των 23,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το έτος 2006. Ανάλογες υψηλές
αμοιβές πραγματοποιήθηκαν και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο δεύτερος λόγος είναι το ανεπαρκές ρυθμιστικό,
οργανωτικό και κανονιστικό πλαίσιο καθώς επίσης και η ελλιπής λειτουργία των
εποπτικών αρχών που διέπουν τις χρηματοοικονομικές αγορές. Συγκεκριμένα, η
δυσανάλογη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας μετά το 1995 προήλθε από την τάση
απελευθέρωσης των αγορών με την περίφημη πολιτική της απορυθμίσεως
(deregulation), η οποία παρείχε «χαλαρότερο» πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς.
Επιπροσθέτως η μη ολοκληρωμένη εφαρμογή της Βασιλείας ΙΙ οδήγησε τα τραπεζικά
ιδρύματα σε μη ορθό υπολογισμό των πιστωτικών
κινδύνων που αντιμετώπιζαν. Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία
πλασματικών στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις πολλών εταιρειών έπαιξε και
η μη ικανοποιητική εφαρμογή των διεθνών
λογιστικών προτύπων. Πολλά τραπεζικά ιδρύματα είχαν δημιουργήσει
μονάδες εκτός ισολογισμού (SPE) για την απόκρυψη
των τοξικών προϊόντων ώστε να ξεπερνούν τους περιορισμούς
κεφαλαιακής επάρκειας των εποπτικών αρχών.
Τρίτον, έντονη κριτική έχει ασκηθεί και στην νομισματική πολιτική που ακολούθησαν οι κεντρικές τράπεζες. Η Fed θεωρείται από πολλούς ειδικούς υπαίτια για την κρίση στην αγορά κατοικίας, καθώς διατήρησε τα επιτόκια σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα, δημιουργώντας στους δανειστές την ψευδαίσθηση της εύκολης μακροχρόνιας αποπληρωμής των δανείων. Το επιχείρημα που αντιπαραβάλει η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα στην κριτική αυτή ήταν ο φόβος του ενδεχόμενου αποπληθωρισμού την περίοδο εκείνη. Από την άλλη μεριά, η ΕΚΤ(ευρωπα΄ι΄κό κοινωνικό ταμείο) θεωρείται υπεύθυνη για την επέκταση της χρηματοοικονομικής κρίσης στην Ευρώπη, την οποία φάνηκε να αγνοεί διατηρώντας τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα. Η Fed, από το φθινόπωρο του 2007, μείωσε τα επιτόκια με στόχο την αύξηση της ρευστότητας στην αγορά με τη βεβαιότητα όμως ότι δε θα δημιουργηθούν πληθωριστικές τάσεις καθώς αντισταθμίζονται από τη μείωση του τραπεζικού χρήματος. Αντίθετα, η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα θέτοντας ως πρωταρχικό της στόχο την αντιμετώπιση των πληθωριστικών τάσεων αύξησε τα επιτόκια της υπερεκτιμώντας τις ικανότητες της ισχυρής της οικονομίας. Άμεση συνέπεια ήταν η σταδιακή υποτίμηση του δολαρίου σε σχέση με το ευρώ και η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων. Συνεπώς, η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με την πιστωτική στενότητα συνέβαλλε στην ανατροπή της αναπτυξιακής δυναμικής των οικονομιών της ευρωζώνης. Η μη κοινή οικονομική πολιτική που εφήρμοσαν οι δύο κεντρικές τράπεζες όχι μόνο δε βοήθησαν να αντιμετωπιστεί η κρίση, αλλά χειροτέρεψαν την παγκόσμια οικονομία.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της κρίσης δεν είναι εύκολη
υπόθεση. Είναι βέβαιο ότι τα μέτρα για την αντιμετώπισή τους θα κριθούν για την
αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητά τους και θα διδάσκονται ως ορθό ή ατυχές
παράδειγμα στα πανεπιστήμια για πολλά χρόνια. Σήμερα, στο μέσον αυτής, μπορούμε
να διαγνώσουμε ότι η κρίση απαιτεί την υιοθέτηση του κατάλληλου μείγματος
νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής και το συντονισμό σε διεθνές επίπεδο.
Το κρίσιμο ερώτημα, σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, είναι πως
εκείνοι που ευθύνονται για την κρίση θα πληρώσουν, χωρίς να υπάρξουν
αδικαιολόγητες απώλειες στο παραγόμενο προϊόν (ΑΕΠ). Η νομισματική πολιτική
αντέδρασε με δύο τρόπους: χαλαρώνοντας τη στάση της μειώνοντας τα επιτόκια και
παρέχοντας ενέσεις ρευστότητας στο σύστημα. Η FED μείωσε τα επιτόκια από το
5,5% τον Σεπτέμβριο 2007 σε 0,25% το Δεκέμβριο 2008. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα (ΕΚΤ) μείωσε τα επιτόκια από 4,25% τον Ιούλιο 2008 σε 2,5% το Δεκέμβριο
2008, ενώ η Τράπεζα της Αγγλίας άγγιξε τα χαμηλότερα επίπεδα της Ιστορίας της,
διαμορφώνοντας τα επιτόκια στο 2,0% το Δεκέμβριο 2008. Παράλληλα, διατέθηκαν
αφειδώς δισεκατομμύρια ευρώ, στερλίνες, γιέν και δολάρια από τις κεντρικές
τράπεζες για την παροχή ρευστότητας στην διατραπεζική αγορά καθώς οι εμπορικές
τράπεζες ήταν απρόθυμες να δανείσουν η μια στην άλλη. Τα περιθώρια επιτοκίων
στους δείκτες Libor και Euribor παρέμειναν σε πολύ υψηλά επίπεδα,
υπογραμμίζοντας την έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών. Τα μεγαλύτερα
χρηματιστήρια του πλανήτη γνώρισαν δραματικές απώλειες το 2008, κοντά ή και άνω
του 50%.
Όμως, παρά τις παρεμβάσεις των νομισματικών
αρχών η πορεία προς την ομαλότητα στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου ήταν αργή
και εύθραυστη. Ήταν φανερό, ότι η παρέμβαση των κυβερνήσεων μέσω της
δημοσιονομικής πολιτικής ήταν απαραίτητη. Διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ και το
ΔΝΤ συνέστησαν την στήριξη της οικονομίας μέσω υιοθέτησης «δημοσιονομικών
πακέτων» (fiscal stimulus packages) ώστε η οικονομική πολιτική να δράσει
αντικυκλικά στηρίζοντας την οικονομική δραστηριότητα. Τέτοια δημοσιονομικά
πακέτα υιοθετήθηκαν από οικονομίες όπως των ΗΠΑ, της ΕΕ, της Ιαπωνία, του
Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμη και της Κίνας, συνδυασμένου ύψους τρισεκατομμυρίων
δολαρίων ΗΠΑ. Τα «δημοσιονομικά πακέτα» περιλαμβάνουν, εκτός από μέτρα
διασφάλισης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος (π.χ. παροχή
εγγύησης του δημοσίου σε τράπεζες), μέτρα όπως η μείωση της φορολογίας ή η
ενίσχυση των δημοσίων δαπανών για την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης (π.χ. από
τη μείωση των φόρων κατανάλωσης, όπως του ΦΠΑ, έως την επιστροφή φόρου στη
φορολογία εισοδήματος, και από την ενίσχυση των δημοσίων δαπανών για υποδομές
έως την επιδότηση θέσεων εργασίας και την χορήγηση ευνοϊκών δανείων και
επιδότηση επιτοκίων για συγκεκριμένους κλάδους).
Ενώ η νομισματική πολιτική ενδείκνυται να
χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει αρκετή επιφυλακτικότητα για τη
χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής σε «κανονικές συνθήκες». Όμως, οι συνθήκες
απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν κανονικές και η νομισματική πολιτική
καθίσταται λιγότερο αποτελεσματική. Υπό το φως αυτών των εξελίξεων όλοι
συμφωνούν για τη χρήση του εργαλείου της δημοσιονομικής πολιτικής αλλά
αναπτύσσονται δύο κυρίως «σχολές σκέψεις» για το μέγεθος και την κατεύθυνση των
δημοσιονομικών παρεμβάσεων. Από τη μια πλευρά όσοι (π.χ. ΔΝΤ, Ηνωμένο Βασίλειο)
υποστηρίζουν ότι γενικές και εκτεταμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι η
μόνη λύση για να αποφύγουμε μια παρατεταμένη ύφεση (depression). Κατά αυτή την
άποψη ο κίνδυνος είναι να δράσουν οι κυβερνήσεις «πολύ αργά και πολύ λίγο» (too
late, too little) και όχι το αντίθετο. Από την άλλη πλευρά, όσοι (π.χ. ΟΟΣΑ,
Γερμανία) τονίζουν ότι δεν υπάρχει ενιαία συνταγή για όλα τα κράτη και, σε κάθε
περίπτωση, οι όποιες δημοσιονομικές παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι «έγκαιρες,
προσωρινές και στοχευμένες» (timely, temporary, targeted-3Ts), ώστε να μη
θέτουν σε διακινδύνευση τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.
Τείνουμε να συμφωνήσουμε με αυτή την άποψη. Πράγματι, για την άσκηση
επεκτατικής πολιτικής θα πρέπει να υπάρχουν τα κατάλληλα περιθώρια
δημοσιονομικής ευελιξίας (fiscal space). Περιθώριο που μπορεί να υπάρχει σε
χώρες του ΟΟΣΑ με υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα και ανύπαρκτο δημόσιο χρέος,
όπως η Νορβηγία, αλλά που είναι εξαιρετικά περιορισμένο για χώρες όπως η
Ελλάδα, που παρά τη δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών, εξακολουθεί
να έχει δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος άνω του
90% του ΑΕΠ. Εκτεταμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα,
πέραν των ήδη νομοθετημένων μειώσεων των φορολογικών συντελεστών και ορισμένων
«στοχευμένων» δαπανών , θα είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του δημοσιονομικού
ελλείμματος και του χρέους με μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Ήδη, ακόμη
και με τα σημερινά επίπεδα ελλείμματος και χρέους, η εκτίναξη των περιθωρίων
(spreads) των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών, επιβαρύνει τον κρατικό
Π/Υ με σημαντικό επιπλέον κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Επιπλέον,
όταν οι δημόσιες δαπάνες είναι ήδη υψηλές ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι πιθανότερο
ότι οριακά θα είναι μάλλον ατελέσφορες (inefficient). Μεσο-μακροπρόθεσμα τoν
λογαριασμό θα κληθούν να τον πληρώσουν οι φορολογούμενοι πολίτες, που δυστυχώς
λόγω της ακραίας αντικοινωνικής συμπεριφοράς της εκτεταμένης φοροαποφυγής και
φοροδιαφυγής, θα είναι ξανά οι πολίτες μικρού και μεσαίου εισοδήματος.
Η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων αποτελεί το
«ορθόδοξο επιχείρημα» ότι σε περιόδους ύφεσης οι κυβερνήσεις θα πρέπει να
τονώσουν την οικονομία μέσω αύξησης των δαπανών για υποδομές. Η λύση αυτή
απέδωσε για την έξοδο από το μεσοπολεμικό «κράχ», αλλά δεν είναι πάντα
αποτελεσματική όπως απέδειξε η περίπτωση της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1990.
Αντίθετα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο των υποδομών σε μια χώρα, οι
επιπλέον ανάγκες σε υποδομές, καθώς και εάν η καθαρή παρούσα αξία αυτών των
επενδύσεων είναι υπέρτερη έναντι άλλων ανταγωνιστικών χρήσεων. Επιπλέον, η
αύξηση των δημοσίων επενδύσεων για να μας βοηθήσει να εξέλθουμε από την παρούσα
κρίση προϋποθέτει την ύπαρξη «ώριμων» επενδυτικών σχεδίων, ώστε η επιτάχυνση
υλοποίησής των να έχει άμεσα αποτελέσματα. Τέτοιες «έτοιμες επενδύσεις» που τις
διαλέγεις από το «ράφι» είναι σπάνιες ακόμη και για χώρες όπως οι ΗΠΑ ή το
Ηνωμένο Βασίλειο, πόσο μάλλον για χώρες του μεσογειακού νότου. Έτσι, ο χρόνος
που μεσολαβεί από την λήψη της απόφασης για τη χρηματοδότηση ενός έργου
υποδομής μέχρι την εκταμίευση των σχετικών κονδυλίων, είναι τέτοιος που δεν θα
συμβάλει στην άμεση αντιμετώπιση της κρίσης αλλά θα λειτουργήσει πιθανότητα
πληθωριστικά, σε άλλη φάση του οικονομικού κύκλου. Επιπλέον, υπάρχει σοβαρός
κίνδυνος να επιλεγούν βιαστικά δημόσιες επενδύσεις με κριτήριο τις προτιμήσεις
ισχυρών πολιτικών παραγόντων (pork barreling argument), αμφίβολου άμεσου ή
μελλοντικού πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος για την κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό,
στη χώρα μας οι ήδη εγκεκριμένες επενδύσεις που συνδέονται με την υλοποίηση του
Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα,
αποτελούν ικανή ασφαλιστική δικλείδα και το μόνο που μπορεί να συστηθεί είναι
ενδεχομένως η επιτάχυνση υλοποίησής των. Όμως, η τεχνητή διόγκωση τους μπορεί
να υποβαθμίσει την ποιότητα των δημοσίων δαπανών και το επίπεδο
απορροφητικότητας των κοινοτικών πόρων.
Βέβαια, οι κυβερνήσεις που έχουν μικρότερα
περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας, πιθανόν να φανούν, από ανάγκη, περισσότερο
καινοτόμες και εφευρετικές στους τρόπους αντιμετώπισης των συνεπειών της
κρίσης. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και η χώρα μας. Έτσι, ενδεχομένως η κρίση να
αποτελέσει την αφορμή για εντατικοποίηση των απαραίτητων διαρθρωτικών
μεταρρυθμίσεων. Όμως, όλες οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι εύκολο να προχωρήσουν σε
περιβάλλον κρίσης, γιατί απλά δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια για να
αποζημιωθούν, συνήθως προκαταβολικά, εκείνοι οι οποίοι νιώθουν ότι θίγονται από
αυτές. Άλλες μεταρρυθμίσεις όμως, έχουν περισσότερες πιθανότητες να
προχωρήσουν, καθώς μπροστά στο «κοινό καλό», που σε περιβάλλον κρίσης γίνεται
ευκολότερα αντιληπτό και περισσότερο πιεστικό, κάμπτονται οι συντεχνιακές
αντιδράσεις .
Σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο και την
νέα παγκόσμια χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική, έχουν ήδη συσταθεί «ομάδες σοφών»
που αναμένεται να καταθέσουν τις προτάσεις τους για τις δέουσες μεταρρυθμίσεις.
Ενδεχομένως, ένα νέο «ολοκληρωμένο διατομεακό πλαίσιο» (unified cross-sectoral
framework), το οποίο έχει προτείνει και ο ΟΟΣΑ, θα εξαφανίσει τα όποια κενά
υφίστανται σήμερα (π.χ. μεταξύ εποπτείας εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών)
και θα μειώσει τα προβλήματα συντονισμού, την άνιση μεταχείριση και την
ασύμμετρη πληροφόρηση. Επίσης, η ενίσχυση της τήρησης ρευστότητας έναντι
κινδύνων εκτός ισολογισμού, η υιοθέτηση κανόνων αντικυκλικής κεφαλαιακής
επάρκειας (counter-cyclical capital requirements) και η μεγαλύτερη έμφαση στο
ποσοστό «μόχλευσης» μπορεί να εξασφαλίσει τη σταθερότητα του συστήματος.
Χρονικός ορίζοντας εξόδου από την κρίση: Ο συνδυασμός
της δέουσας νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής θα μας οδηγήσει σε έξοδο
από την κρίση; Σίγουρα ναι, χωρίς όμως να μπορούμε να προβλέψουμε το πότε
ακριβώς θα συμβεί αυτό. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ, η
ανάκαμψη τοποθετείται σταδιακά στο τέλος του 2009 και με μεγαλύτερη ένταση από
το 2010. Όμως, πριν έρθει η ανάκαμψη η παγκόσμια οικονομία θα βιώσει σημαντική
επιβράδυνση, ενώ οι μεγαλύτερες οικονομίες ύφεση (Διάγραμμα 1) και διεύρυνση
της ανεργίας (Διάγραμμα 2), συνθήκες που αναπόφευκτα θα επηρεάσουν και θα
διαμορφώσουν το πλαίσιο της πολιτικής οικονομίας της επόμενης δεκαετίας.
Ήδη, συζητείται ευρέως η «επιστροφή του κράτους έναντι της αγοράς». Η
διαπίστωση, όμως, δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο για κάθε αναπτυγμένο κράτος και
δεν συνεπάγεται άκριτα «περισσότερο κράτος». Αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο σε
χώρες που παρατηρήθηκε «μαζική αποχώρηση του κράτους» από τομείς όπως η
κοινωνική ασφάλιση, η παιδεία ή η υγεία (π.χ. ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο). Αντίθετα,
σε χώρες όπως η Ελλάδα, που υλοποιεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με σημαντική
υστέρηση έναντι των εταίρων της στην ΕΕ ή στον ΟΟΣΑ, βασική προτεραιότητα
παραμένει η σχετική μείωση του «κρατισμού» σε πολλούς τομείς (τηλεπικοινωνίες,
μεταφορές, ενέργεια, υγεία, παιδεία). Το γεγονός της υστέρησής μας, δίνει τη
δυνατότητα να μάθουμε από τα λάθη των άλλων και να αναζητήσουμε τη δέουσα
ισορροπία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Δεδομένου του σημείου εκκίνησης,
η ισορροπία αυτή δεν θα πρέπει είναι σε βάρος του ιδιωτικού μήτε υπέρ της διατήρησης
υπερβολικών ρυθμίσεων στην αγορά προϊόντων και της ακαμψίας στην αγορά
εργασίας.
ΕΥΘΗΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Μια άποψη διαδεδομένη
μεταξύ της λαϊκιστικής δεξιάς (π.χ. όσους παρακολουθούν Fox News) είναι ότι το
Community Reinvestment Act που ψηφίστηκε το 1977(!) για να θέσει
τέλος στην πρακτική κάποιων τραπεζών να μην χορηγούν σε
φερέγγυους δανειολήπτες(!) δάνεια για αγορά κατοικίας
σε περιοχές στις οποίες κατοικούν μειονότητες, ενθάρρυνε τα
δάνεια υψηλού ρίσκου. Τα στοιχεία ωστόσο δείχνουν ότι ο
νόμος δεν είχε τέτοιο αποτέλεσμα, καθώς δεν απαιτούσε
απαλλαγή του δανειολήπτη από τα κριτήρια φερεγγυότητας. Επιπλέον, ο
νόμος αφορούσε τις τράπεζες και όχι τους subprime δανειστές οι
οποίοι ήταν η ρίζα του κακού. Δεσμεύει βέβαια
τις θυγατρικές τραπεζικών ομίλων, οι οποίες όμως ήταν μικρό ποσοστό
του συνόλου των subprime δανειστών.
Σύμφωνα με την πρόεδρο του FDIC Sheila Bair και με
μελέτη του Federal Reserve, μόνο το 25% των subprime δανείστων και το
6% των subprime δανείων υπάγονταν στο νόμο. Τα δε ποσοστά επισφαλειών
μεταξύ αυτών των δανείων είναι συγκρίσιμα με αυτά επί του συνόλου των
subprime δανείων. Άρα τα subprime δάνεια δόθηκαν από ιδιώτες όχι διότι τους
ανάγκασε το κράτος αλλά για κερδοσκοπικούς λόγους, ενώ αυτά που δόθηκαν σε
μειονότητες δεν ευθυνονται περισσότερο από τα άλλα για την κρίση.
Επίσης λέγεται
ότι φταίνε οι ”κρατικά χρηματοδοτούμενες εταιρίες”
Freddie Mac και Fannie Mae “που αναλάμβαναν να ασφαλίζουν επισφαλή πακέτα
στη δευτερογενή αγορά υποθηκών”. Όμως οι εταιρίες αυτές δεν
είναι κρατικά χρηματοδοτούμενες! Το 1968 ιδιωτικοποιήθηκαν και τα
στελέχη τους δεσμεύονται να λειτουργούν προς το συμφέρον των μετόχων, ενώ
υποχρεούνται να ενημερώνουν όσους αγοράζουν τα ομόλογά τους ότι δεν έχουν την
εγγύηση του Αμερικανικού δημοσίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν δεσμούς με
το κράτος. Τελούν υπό αυστηρή ρύθμιση, ενώ τρια μέλη του Δ.Σ. διορίζονται από
το κράτος. Αυτό δίνει την εντύπωση στους επενδυτές ότι το κράτος δεν
πρόκειται να αφήσει τους οργανισμούς να πτωχεύσουν (έμμεση
εγγύηση) και άρα τα ομόλογά τους έχουν χαμηλότερο ρίσκο.
Αλλά ούτε κρατικά χρηματοδοτούμενοι είναι, ούτε βέβαια ασφάλιζαν
στεγαστικά ομόλογα. Απλώς αγόρασαν subprime στεγαστικά ομόλογα,
όπως έκαναν πάμπολες άλλες τράπεζες και ιδρύματα. Και ποια ήταν τα κίνητρά
τους? Δανείζόμενοι με χαμηλό επιτόκιο λόγω της έμμεσης
εγγύησης και αγοράζοντας τα άλλα ομόλογα που πλήρωναν υψηλότερο επιτόκιο
θέλησαν να ανεβάσουν την κερδοφορία τους. Η πράξη τους είχε
δηλαδή ιδιωτικο-οικονομικά κίνητρα, και μπορεί να έθεσε σε
κίνδυνο τους ίδιους αλλά προφανώς δεν ευθύνεται για τις πράξεις όλων των
υπολοίπων.
Φταίει η χαλαρή νομισματική πολιτική. Για να
βρούν οι ιδιώτες τα κεφάλαια να ιδρύσουν τις subprime εταιρίες δανεισμού και οι
τράπεζες τα ρευστά για να αγοράσουν στεγαστικά ομόλογα πούλησαν μαζικά τα κρατικά
ομόλογα που κατείχαν. Αν το είχαν κάνει υπό φυσιολογικές συνθήκες η τιμή των
ομολόγων θα είχε πέσει μετριάζοντας την προσπάθειά τους. Αντίθετα
κατάφεραν να πουλήσουν τα ομόλογα αυτά σε υψηλότερη τιμή. Ο λόγος είναι ότι η
Φεντ προσπαθούσε εκείνη την περίοδο να κρατήσει χαμηλά τα επιτόκια λόγω
της οικονομικής ύφεσης. Ο τρόπος με τον οποίο το κάνει είναι αγοράζοντας
κρατικά ομόλογα. Η αύξηση της ζήτησης επέτρεψε στους ιδιώτες να τα πουλήσουν σε
καλή τιμή, γεγονός που ενίσχυσε τον subprime τομέα. Βέβαια, είναι
σημαντικό να θυμόμαστε ότι χάρη στην ενέργεια της Φεντ η ύφεση του 2002 ήταν
από τις ριχότερες στην ιστορία. Ωστόσο αρκετοί πιστεύουν ότι έπρεπε να έχει ανεβάσει
τα επιτόκια νωρίτερα.
Φταίει το κλίμα που δημιούργησαν οι πολιτικοί,
οι οποίοι για κάποιο λόγο έχουν θέσει ως “κοινωνικό” στόχο την αύξηση
της ιδιοκατοίκισης. Μπορεί ο Ρεπουμπλικανός Γερουσιαστής από το Kentucky, Jim
Bunning, να απείλησε πρόσφατα τον Burnanke ότι θα τον στείλει πίσω
στο Πρίνστον, αλλά που ήταν ο ίδιος όταν ο Μπους καυχιόταν για την αύξηση
της ιδιοκτησίας επί των ημερών του? Αλλά και πολλοί Δημοκρατικοί
Γερουσιαστές εξέφραζαν την ικανοποίησή τους για το γεγονός ότι οι subprime
δανειστές επέτρεψαν σε περισσότερους πολίτες, ιδιαίτερα χαμηλότερων
εισοδημάτων, να αγοράσουν σπίτι, και προέτρεπαν τους Fredie και Fannie να
συνεχίζουν να αγοράζουν στεγαστικά ομόλογα εκδιδόμενα από άλλους ιδιώτες. Μέσα
σε τέτοιο κλίμα δεν είναι περίεργο που οι δανειστές συνέχισαν
τις ριψοκίνδυνες πρακτικές τους.
Φταίει η τυφλή πίστη στη δύναμη των
αγορών. Δεν είναι τυχαίο ότι στην συντριπτική τους πλειονότητα τα
ριψοκίνδυνα δάνεια δεν δόθηκαν ούτε ομολογοποιήθηκαν από εταιρίες
που τελούν υπό τη ρύθμιση του κράτους – εμπορικές τράπεζες, Fannie,
Freddie – αλλά από πιστωτές που δρούσαν ανεξέλεγκτα. Η
κατάργηση του νόμου Glass-Steagal που αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος έχει
ευθύνη στο βαθμό που επέτρεψε σε τραπεζικούς ομίλους να δραστηριοποιηθούν
στα subprime δάνεια. Όπως έγραψα όμως πιο πάνω, λίγοι το έκαναν. Οι
περισσότεροι subprime δανειστές ήταν ανεξάρτητες εταιρίες στις οποίες η
πρόοδος της επιστήμης των ποσοτικών χρηματοοικονομικών έδωσε την, λανθασμένη
όπως αποδείχτηκε, εντύπωση ότι το ρίσκο μπορεί να αποτιμηθεί με ακρίβεια, καθώς
και τα “εργαλεία” που χρησιμοποίησαν για να τιτλοποιήσουν τα δάνεία.
Δυστυχώς οι κρατικοί φορείς δεν διαπίστωσαν εγκαίρως ότι η χρήση αυτών των νέων
εργαλείων έπρεπε να ρυθμιστεί. Η πίστη ότι ο “χασάπης” και ο “ζυθοποιός” του
παραδείγματος του Άνταμ Σμιθ θα πράξουν πάντα με τρόπο ευνοϊκό για την
κοινωνία κατά την επιδίωξη του ατομικού τους συμφέροντος έκανε τους
φορείς να αγνοήσουν τις συνέπειες μιας κακής χρήσης. Βέβαια, όποιος
έχει διαβάσει οικονομικές μελέτες του περασμένου, και όχι μόνο του
προπερασμένου αιώνα μάλλον δεν εξεπλάγει με όσα έγιναν!
Θα γνώριζε όχι μόνο την πιθανότητα ομαδικής μη ορθολογικής συμπεριφοράς,
τα Κευνσιανά animal spirits, αλλά και τις τριβές που δημιουργεί η
ασύμμετρη πληροφόρηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι κυριότερες
τριβές είναι οι εξής.
1) Σε αντίθεση με το χασάπη του Άνταμ Σμιθ,
τις ανώνυμες εταιρίες δεν τις διευθύνουν οι ιδιοκτήτες τους. Η ιδιοκτησία είναι
τόσο διεσπαρμένη μεταξύ των μετόχων που ο συνεχής έλεγχος των
διευθυντών είναι ιδιαίτερα δύσκολος. Επειδή οι μέτοχοι το γνωρίζουν
αυτό, οι περισσότερες εταιρίες προσπαθούν να εναρμονίσουν τα
συμφέροντά των ιδιοκτητών με αυτά των διευθυντών δίνοντάς μπόνους
κερδοφορίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως τα μπόνους έδωσαν το κίνητρο στους
διευθυντές των εταιριών να προβούν σε επιλογές με υψηλό ρίσκο. Όσο η κερδοφορία
ήταν υψηλή, έπαιρναν παχυλά μπόνους. Όταν το σύστημα κατέρρευσε έφυγαν
παίρνοντας την παχυλή τους αποζημίωση, αφήνοντας τις ζημιές στους μετόχους. Με
άλλα λόγια το σημερινό σύστημα ενθαρύνει συμπεριφορές που μοιάζουν λιγότερο με
αυτές του Βρετανού χασάπη, και περισσότερο με αυτές του πλανόδιου έμπορου
φιδέλαιου και άλλων ύποπτων ελιξιρίων στην Αμερικανική Άγρια Δύση, που αφού
έπιανε κορόιδα τους κατοίκους της μιας πόλης έφευγε νύχτα οδεύοντας προς την
επόμενη, έστω και αν καμιά φορά κατέληγε μέσα σε πίσα και πούπουλα.
2) Η ομολογιοποίηση επέτρεψε στους
subprime δανειστές να δίνουν δάνεια αυξημένου ρίσκου καθώς μπορούσαν να το
μετακυλίσουν στους αγοραστές των ομολόγων κρατώντας απλώς την προμήθεια. Οι
τελευταίοι δεν είχαν τις απαραίτητες πληροφορίες για να ελέγξουν την ποιότητα
των δανείων βάση των οποίων εκδώθηκαν τα ομόλογα. Σε αντίθεση με τους
Freddie και Fannie οι οποίοι λόγω της κρατικής ρυθμίσης
ομολογοποιούσαν μόνο conforming loans, οι άλλοι δανειστές μπορούσαν
να ομολογοποιήσουν ότι δάνειο ήθελαν.
3) Οι επενδυτικοί οίκοι που αξιολογούν τα ομόλογα με βάση το ρίσκο, επιτρέποντας έτσι στους αγοραστές των ομολόγων να ξέρουν, υποτίθεται, τι αγοράζουν πληρώνονται όχι από τους αγοραστές αλλά από τους εκδότες των ομολόγων. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, καθώς ο κάθε αγοραστής δεν έχει τη δυνατότητα να καλύψει το κόστος της αξιολόγησης. Θα περίμενε κανείς βέβαια ότι για να διατηρήσουν το κύρος τους, οι οίκοι θα είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις αξιολογήσεις τους. Ωστόσο, σίγουρα είναι δύσκολο να είναι αυστηροί προς τους πελάτες τους, ειδικά όταν οι συναλλαγές μαζί τους είναι τόσο επικερδείς. Επιπλέον, όπως όλα δείχνουν, τα μοντέλα ποσοτικοποίησης του ρίσκου συχνά σφάλουν. Η αποτίμηση είναι ακριβής όσο κάποιες συνθήκες ισχύουν, παύει όμως να είναι ακριβής σε διαφορετικές συνθήκες. Οι αγοραστές των ομολόγων φοβάμαι ότι δεν έχουν την παιδεία να κατανοήσουν τις συνέπειες αυτού του προβλήματος
Η
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, ΤΟΥ ΜΑΙΚΛ ΧΑΙΝΡΙΧ
Ο συγγραφέας του άρθρου ξεπερνάει με
ευκολία το ζήτημα "περί καταστροφολογίας" της κρίσης και αποδίδει με
ευκολία στον Μαρξ τη θεωρία της κατάρρευσης του καπιταλισμού. Θα μπορούσαμε να
παραθέσουμε πολλά κείμενα που να δείχνουν διαφορετικά πράγματα. Επίσης, ο
συγγραφέας αντιμετωπίζει κάθε επεισόδιο της κρίσης που διανύουμε σαν μια νέα
κρίση και όχι σαν επεισόδια μιας βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης που διαπερνά
ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο και της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στη
δεκαετία του ’70.
Επιπλέον, οι κρίσεις δεν είναι μόνο
"βίαιες πράξεις εξαγνισμού". Ούτε ισχύουν πλέον οι αναφορές για
"δημιουργική καταστροφή" του κεφαλαίου. Μάλλον έχουμε φτάσει στο
σημείο "όπου οι παραγωγικές δυνάμεις και τα μέσα επικοινωνίας έρχονται σε
κατάσταση, που κάτω από τις υπάρχουσες σχέσεις, φέρνουν μονάχα κακό, και δεν
είναι πια παραγωγικές αλλά καταστροφικές δυνάμεις. […] Αυτές οι παραγωγικές
δυνάμεις πήραν, κάτω από το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας, μια μονόπλευρη
μονάχα ανάπτυξη κι έγιναν στην πλειοψηφία τους καταστροφικές δυνάμεις".
Η σύγχρονη παρατεταμένη οικονομική κρίση
πρέπει να διαβαστεί διαφορετικά (ιδίως όσον αφορά τις συνέπειές της και το τι
υποδηλώνει) απ’ ό,τι προτείνει ο συγγραφέας. Η πολεμική σε μια μηχανιστική
ερμηνεία (θεωρία κατάρρευσης) δεν πρέπει να μας οδηγεί στο άλλο άκρο, στην
ικανότητα περίπου αυτορρύθμισης του καπιταλισμού μέσω των κρίσεων. Γιατί, από
αυτή την ανάγνωση λείπει τελείως το στοιχείο της ταξικής πάλης, και γι’ αυτό,
ίσως, και ο μαρξισμός. Παρ’ όλα αυτά, η σημασία του άρθρου έγκειται στο ότι
προσδιορίζει αρκετά καθαρά την ιδιαιτερότητα της παρούσας κρίσης (επεισοδίου)
και προχωρά σε ορισμένες χρήσιμες εκτιμήσεις, που εμπλουτίζουν τον αναγνώστη.
Προφητείες μιας Πτώσης
Το γεγονός ότι ο Μαρξ άρχισε τελικά τη σύνθεση
του επί μακρόν σχεδιαζόμενου οικονομικού του έργου το χειμώνα του 1857-1858
ήταν άμεσα σχετιζόμενο με την οικονομική κρίση που ξέσπασε το φθινόπωρο του
1857 και των παράλληλων προσδοκιών για ένα βαθύ τραύμα, από το οποίο ο
καπιταλισμός δεν θα μπορούσε πλέον να θεραπευτεί. "Δουλεύω σαν τρελός όλη
νύχτα και κάθε νύχτα βάζω σε τάξη τις οικονομικές μου μελέτες, ώστε να καταφέρω
να έχω τα περιγράμματά τους ευδιάκριτα πριν από την καταιγίδα", έγραφε ο
Μαρξ στον Ένγκελς, σ’ ένα γράμμα, το Δεκέμβριο του 18571. Η κρίση
του 1857-1858 ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη αληθινά παγκόσμια οικονομική
κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού, στην οποία ενεπλάκησαν όλες οι σημαντικές
καπιταλιστικές χώρες της εποχής (Αγγλία, ΗΠΑ, Γαλλία και Γερμανία). Στις
Grundrisse2, που εμφανίστηκαν αυτή την περίοδο, μπορεί κάποιος να
βρει το μόνο αναμφισβήτητο κομμάτι στη δουλειά του Μαρξ που μπορεί να
κατανοηθεί σαν μια θεωρία της καπιταλιστικής κατάρρευσης3. Αυτή η
κατάρρευση, ο Μαρξ ήταν πεισμένος, θα απελευθέρωνε επαναστατικά κινήματα. Σε
ένα γράμμα του στον Φερντινάν Λασάλ, το Φεβρουάριο του 1858, έκφρασε ακόμα και
το φόβο του πως στην προοπτική των αναμενόμενων "πολυτάραχων
κινημάτων" η δουλειά του θα τελείωνε "πολύ αργά" κι έτσι
"θα έβρισκε τον κόσμο να έχει χάσει πια το ενδιαφέρον του γι’ αυτά τα
θέματα"4. Ο Μαρξ είχε δίκιο σχετικά με το γεγονός ότι δεν θα
μπορούσε να τελειώσει τη δουλειά του (ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου δημοσιεύτηκε
εννέα χρόνια αργότερα), αλλά αυτή η πρώτη παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού ούτε
οδήγησε στην κατάρρευση ούτε σε κάποιου είδους επαναστατικό κίνημα. Η κρίση
είχε ξεπεραστεί μέχρι το καλοκαίρι του 1858, και το καπιταλιστικό σύστημα
επιπλέον εξήλθε από αυτή εξαιρετικά ενισχυμένο. Ο Μαρξ έμαθε ένα μάθημα: στον
καπιταλισμό οι κρίσεις λειτουργούν σαν βίαιες πράξεις εξαγνισμού. Η καταστροφές
που προκαλούνται από τις κρίσεις μετακινούν εμπόδια μιας προηγούμενης
κατάστασης προς τη συσσώρευση και απελευθερώνουν νέες δυνατότητες για
καπιταλιστική ανάπτυξη. Ο Μαρξ ουσιαστικά διαχωρίστηκε από την ιδέα της τελικής
κρίσης του καπιταλισμού. […]
Το γεγονός ότι ο Μαρξ, έχοντας καλούς
λόγους, αποχαιρέτησε τις θεωρίες της καπιταλιστικής κατάρρευσης, δεν εμπόδισε
πολλούς μαρξιστές από το να παραμείνουν πιστοί σε αυτές. Στη
"μαρξιστική" σοσιαλδημοκρατία πριν τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και
στα Κομμουνιστικά Κόμματα της δεκαετίας του ’20, θεωρούνταν σαν δεδομένο
συμπέρασμα πως ο καπιταλισμός θα εξαφανιζόταν ως αποτέλεσμα των ολοένα και πιο
ισχυροποιημένων κρίσεων που γεννούσε. Κάθε επανάκαμψη ερμηνευόταν ως η
τελευταία προσπάθεια πριν την τελική και αναπόφευκτη κατάρρευση, που συχνά
οδήγησε σε γκροτέσκες, πολιτικά λαθεμένες κρίσεις. Στις αρχές του ’90, η θεωρία
της καπιταλιστικής κατάρρευσης γνώρισε μια χαρμόσυνη ανάσταση στη μόλις ενωμένη
Γερμανία και, μάλιστα, πλασαρίστηκε ως μια νέα ιδέα. Οι κρίσεις που ακολούθησαν
–στην Ανατολική Ασία το 1997-98, η χρηματιστηριακή κατάρρευση που προμήνυσε την
κατάρρευση της φούσκας της "Νέας Οικονομίας" το 2000-01 και η κρίση
στην Αργεντινή το 2001-02– ερμηνεύτηκαν κάθε φορά σαν ένα βέβαιο σημάδι της
τελικής κρίσης της καπιταλιστικής κατάρρευσης. Αλλά όλες αυτές οι κρίσεις
τελείωσαν σχετικά γρήγορα. Οδήγησαν σε διαδικασίες τεράστιας φτωχοποίησης
(ειδικά οι κρίσεις στην Ανατολική Ασία και την Αργεντινή), αλλά το
καπιταλιστικό σύστημα, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά για κατάρρευση, αναδύθηκε
πιο δυναμωμένο από αυτές τις κρίσεις. Τώρα, ζούμε ακόμα μία νέα κρίση κι επίσης
νέες προβλέψεις για μια άμεσα επερχόμενη πτώση του καπιταλισμού. Τώρα αστοί
οικονομολόγοι, και ακόμα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προειδοποιούν για
τους κινδύνους μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης με σοβαρές
επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία.
Από την κρίση της αμερικάνικης
αγοράς ακινήτων στη διεθνή χρηματοπιστωτική Κρίση
Αυτή η κρίση αξίζει μια πιο λεπτομερή ματιά.
Ξεκίνησε με μια πράξη υπεραυξημένων συναλλαγών, που ολοκληρώθηκαν με ένα
σπάσιμο της κερδοσκοπικής φούσκας. Από την εποχή της "μανίας της
ολλανδικής τουλίπας", στις αρχές του 17ου αιώνα, τέτοιες κρίσεις
κερδοσκοπίας έχουν ακολουθήσει πάντα την ίδια διαδρομή: η προσδοκώμενη αξία
ενός συγκεκριμένου προϊόντος (είτε πρόκειται για μετοχές, είτε για σπίτια, είτε
για βολβούς τουλίπας) αυξάνει συνεχώς, τροφοδοτώντας ακόμα περισσότερο τη
ζήτηση γι’ αυτό, επειδή όλοι θέλουν να συμμετέχουν στη δήθεν ασταμάτητη αύξηση
της αξίας. Ο κόσμος χρησιμοποιεί ίδια κεφάλαια και τελικά παίρνει και δάνεια,
ώστε να αποκτήσει το αντικείμενο της κερδοσκοπίας. Οι τιμές ανεβαίνουν ακόμη
πιο ψηλά, εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης, και οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη
αύξηση της ζήτησης. Αλλά, κάποια στιγμή, η αυξητική τάση εξαντλείται. Γίνεται
πιο δύσκολο να βρεθούν νέοι αγοραστές και οι αρχικοί επενδυτές θέλουν να
πουλήσουν, ώστε να εξαργυρώσουν τα κέρδη τους. Η τιμή του αντικείμενου της
κερδοσκοπίας πέφτει. Τώρα όλοι θέλουν να εξέλθουν από την αγορά προκειμένου να
αποφύγουν ζημιές, πράγμα που οδηγεί όμως σε μεγαλύτερη πτώση της τιμής του
αντικειμένου της κερδοσκοπίας. Πολλοί που μπήκαν αργά στο κερδοσκοπικό παιχνίδι
και αγόρασαν σε υψηλές τιμές τώρα υπόκεινται μεγάλες ζημιές. Από τη στιγμή που
αυτές οι ζημιές συνδυάζονται με μια γενική υποχώρηση της ζήτησης, αυτή η
κερδοσκοπική κρίση μπορεί να επηρεάσει το σύνολο της οικονομίας. Κανονικά, η
πορεία τέτοιων κερδοσκοπικών κρίσεων είναι σήμερα γνωστή ακόμα και σε αυτούς
που συμμετέχουν σε αυτές. Αλλά δεν τους είναι ποτέ ξεκάθαρο το ακριβώς σε ποια
φάση της κερδοσκοπίας εισέρχονται ή βρίσκονται: περίπου στην αρχή, όπου οι
ευκαιρίες για πραγματοποίηση κερδών είναι ακόμα καλές, ή πιο κοντά στο τέλος,
λίγο πριν σκάσει η φούσκα; Όλοι ελπίζουν να βρεθούν ανάμεσα στους νικητές,
ακόμα κι αν γνωρίζουν ότι η κατάρρευση έρχεται.
Μετά το σκάσιμο της φούσκας της "Νέας
Οικονομίας" το 2000, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα μείωσε τα ομοσπονδιακά
επιτόκια από 6,5% σε 1% στο διάστημα από το Γενάρη του 2001 μέχρι τα μέσα του
2003, προκειμένου να προξενήσει επενδύσεις μέσω φθηνής πίστης. Για δύο ή τρία
χρόνια, τα ομοσπονδιακά επιτόκια ήταν χαμηλότερα ακόμα κι από τον πληθωρισμό.
Πτωτικά επιτόκια κάνανε επίσης ελκυστική την αγορά κατοικίας, και το να ζεις
στον ιδιαίτερο χώρο του δικού σου σπιτιού είναι ένας κοινά αποδεκτός στόχος από
όλες τις τάξεις στις ΗΠΑ. Μεταξύ 2000 και 2005, το ποσό του δανεισμού για
ακίνητα σχεδόν τριπλασιάστηκε. Η σφοδρά αναπτυσσόμενη ζήτηση για κατοικία
προκάλεσε, παρά την αύξηση του ρυθμού των κατασκευών, ετήσια αύξηση 10-20% στις
τιμές ακινήτων, που ανάγκασαν τις τράπεζες για την παροχή αυξητικά επικίνδυνων
δανείων. Οι τιμές αγοράς χρηματοδοτούνταν πλέον μέχρι και 100% και δεν
ζητούνταν εγγυήσεις από τους αγοραστές. Κανονικά, οι τράπεζες χρηματοδοτούν
μόνο το 60-80% της αγοραστικής τιμής, ώστε η τράπεζα να έχει ένα περιθώριο
ασφαλείας και να αποφύγει ζημιά σε περίπτωση πλειστηριασμού (σαν συνέπεια της
αδυναμίας του δανειζόμενου να ξεπληρώσει το χρέος). Ακόμα κι αν το σπίτι δεν
πιάσει την αρχική του τιμή αγοράς στον πλειστηριασμό, συνήθως περισσεύουν
αρκετά για την κάλυψη του ποσού του δανείου και η ζημιά επιβαρύνει αποκλειστικά
το δανειζόμενο. Σε αυτήν όμως την περίπτωση εξαιρετικά αυξανόμενης αγοράς
ακινήτων, οι διευθυντές τραπεζών πίστευαν πως τίποτα δεν θα πάει στραβά και ότι
το περιθώριο ασφαλείας προσφερόταν αυτόματα από τις ανοδικές τιμές. Αλλά πολλοί
ιδιοκτήτες σπιτιών χρησιμοποίησαν τις αυξανόμενες τιμές ακινήτων για να
αυξήσουν το ποσό των δανείων τους, ώστε να χρηματοδοτήσουν προσωπικές καταναλωτικές
δαπάνες. Έτσι, η δημιουργία ενός περιθωρίου ασφαλείας αναβαλλόταν για αργότερα.
Ακόμα περισσότερο, οι τράπεζες άρχισαν να εκδίδουν τις αποκαλούμενες πιστώσεις
"Ninja", που σήμαιναν "χωρίς εισόδημα, χωρίς δουλειά ή
περιουσιακά στοιχεία" από την πλευρά του δανειζόμενου. Τέτοια δάνεια
αποτελούσαν ένα μεγάλο μέρος των "μη προνομιακών" δανείων, που είναι
τόσο σύνηθες θέμα συζητήσεων αυτές τις μέρες. Αυτά είναι δάνεια σε
δανειζόμενους που δεν μπορούν πραγματικά να ανταπεξέλθουν σε δανεισμό, που
σημαίνει ότι ενυπάρχει υψηλός κίνδυνος μη πληρωμής, τον οποίο οι τράπεζες
εξισοροπούν χρεώνοντας πολύ υψηλά επιτόκια. Πάνω απ’ όλα, τέτοια "μη
προνομιακά" δάνεια μεταπωλούνται στη συνέχεια από τις τράπεζες, κι έτσι
ξεμπερδεύουν με τον μπελά των ανίκανων να ανταπεξέλθουν δανειζόμενων.
Δάνεια για ακίνητα διαφορετικής ποιότητας
πακεταρίστηκαν μαζί, με ένα σχετικά περίπλοκο τρόπο, για να λειτουργήσουν σαν
ενέχυρα για τίτλους (τραπεζικά προϊόντα, όπως ομόλογα κ.λπ.) που βαπτίστηκαν με
εύηχα ονόματα, όπως "ενεχυροποιημένες υποχρεώσεις του χρέους".
Έπειτα, αυτά πουλήθηκαν επιτυχημένα σε άλλες τράπεζες και διαφόρων ειδών
ταμεία. Τέτοιοι τίτλοι πρόσφεραν υψηλή απόδοση, από τη μία πλευρά (από τη
στιγμή που οι αγοραστές ακινήτων πλήρωναν τόσο υψηλά επιτόκια) και έμοιαζαν,
από την άλλη, να αποτελούν σχετικά ασφαλή επένδυση, μιας και καλύπτονταν από
ακίνητη περιουσία. Προκειμένου να κρατηθούν αυτές οι συναλλαγές εκτός των
βιβλίων των τραπεζών-αγοραστών κι έτσι να προστατέψουν τα ίδια κεφάλαιά τους,
επινοήθηκαν τα αποκαλούμενα "Δομημένα Επενδυτικά Σχήματα", που
δρούσαν σαν ξένες επιχορηγήσεις. Επαναχρηματοδότησαν το κόστος αυτών των
επενδύσεων με μικρής διάρκειας τίτλους, με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο από τους
κερδοσκοπικούς, υποθηκευμένους έναντι δανείων, τίτλους. Στη Γερμανία δεν ήταν
μόνο οι ιδιωτικές τράπεζες που ακολούθησαν αυτή τη μέθοδο, αποφεύγοντας την
ενδελέχεια των ελεγκτικών μηχανισμών, αλλά επίσης και δημόσιες τράπεζες, όπως η
Landesbank Sachsen.
Με την άνοδο των επιτοκίων στις ΗΠΑ μεταξύ
του 2005-06, η αύξηση της τιμής των ακινήτων επιβραδύνθηκε, αλλά το βάρος των
επιτοκίων των δανείων αυξήθηκε, μιας και στις περισσότερες περιπτώσεις τα
κυμαινόμενα επιτόκια είχαν γίνει αναγκαστική συνθήκη. Είναι αξιοσημείωτο πως
στον τομέα των "μη προνομιακών" δανείων, όπου τα επιτόκια ήταν ήδη
υψηλά, ο αριθμός των κατασχέσεων αυξανόταν σημαντικά. Σαν αποτέλεσμα, αυξανόταν
ο αριθμός των πλειστηριασμών, γεγονός που υπονόμευε περαιτέρω τις πραγματικές
τιμές των ακινήτων. Τώρα, η αύξηση των τιμών των ακινήτων δεν επιβραδυνόταν,
αλλά στο τέλος του 2006 άρχισαν να συρρικνώνονται. Με την αυξανόμενη αδυναμία
των αγοραστών ακινήτων, ο πάτος έφυγε κάτω από τα πόδια των εσόδων από
τοκοχρεωλύσια που στηρίζονταν σε αυτό το "μη προνομιακό" δανεισμό
ακινήτων, και με τις πτωτικές τιμές στην αγορά ακινήτων οι υποθήκες αυτών των
τίτλων εξαφανίστηκαν, επίσης, και η τιμή τους έπεσε. Αυτό ανάγκασε τις τράπεζες
και τα ταμεία που είχαν αγοράσει τέτοιους τίτλους να προχωρήσουν επανειλημμένα
σε "διορθώσεις της αξίας" των ισοζυγίων τους, μία διαδικασία που
πιθανόν ακόμα δεν έχει φτάσει στο τέλος της.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της
τρέχουσας κρίσης
Τα φαινόμενα που περιγράφηκαν μέχρι τώρα δεν
συνιστούν, ωστόσο, κάτι ασυνήθιστο στην ιστορία του κεφαλαίου. Η παρούσα κρίση
είναι αξιοσημείωτη εξαιτίας του ρόλου που οι τράπεζες έχουν παίξει σε αυτή.
Στις χρηματιστηριακές κρίσεις, οι χαμένοι είναι συνήθως οι πολλοί
μικροεπενδυτές που τοποθετούν τις οικονομίες τους σε μετοχές και βρίσκονται να
κρατάνε απαξιωμένα χαρτιά μετά από κάποια κρίση, ή βρίσκονται ακόμα και χρεωμένοι
επειδή χρηματοδότησαν τις χρηματιστηριακές τους αγορές μέσω δανεισμού. Στην
περίπτωση της κρίσης των ακινήτων στην αμερικάνικη αγορά, αυτοί που υπέφεραν
είναι οι τράπεζες και τα κερδοσκοπικά hedge funds, που αγόρασαν τα χρέη για
ακίνητη περιουσία (ή τίτλους, καλυπτόμενους από τα χρέη) από τις τράπεζες
έκδοσης των δανείων. Πολλοί ιδιοκτήτες σπιτιών, ανίκανοι να πληρώσουν, έχασαν
τις αποταμιεύσεις τους, τις οποίες είχαν επενδύσει στην αγορά της κατοικίας
τους, σαν αποτέλεσμα των κατασχέσεων. Αλλά τουλάχιστον ο εύκολος δανεισμός που
προσφέρθηκε από τις τράπεζες επέτρεψε ένα υψηλό επίπεδο κατανάλωσης για κάποια
χρόνια. Αυτή τη φορά, δεν πρόκειται για μικρούς αποταμιευτές που έβαζαν το
μηδαμινό τους κεφάλαιο σε εξαφανιζόμενες σε μια νύχτα μετοχές, αλλά κυρίως για
τράπεζες που χρηματοδοτούσαν την αγορά υπερτιμημένων ακινήτων και τις
καταναλωτικές δαπάνες των ιδιοκτητών κατοικίας.
Η έκταση των ζημιών που καθεμία από τις
τράπεζες έπρεπε να απορροφήσει (όχι μόνο οι αμερικάνικες τράπεζες, αλλά επίσης,
για παράδειγμα, ιδιωτικές και δημόσιες γερμανικές τράπεζες, που πήραν μέρος σε
απατηλά ασφαλείς κερδοσκοπικές συναλλαγές) δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει. Όχι μόνο
γιατί οι τράπεζες είναι απρόθυμες να δημοσιοποιήσουν την έκταση των ζημιών
τους, αλλά επίσης επειδή, όπως συμβαίνει συχνά, δεν είναι οι ίδιες σε θέση να
γνωρίζουν την ακριβή πλήρη έκταση. Όταν εμπλέκονταν στην αγορά τίτλων που
καλύπτονταν από δάνεια ακινήτων, οι τράπεζες εμπιστεύτηκαν τυφλά την κρίση των
αποκαλούμενων "γραφείων διαβάθμισης". Αλλά η υψηλότερη ποιότητα
"ΑΑΑ" διαβαθμίσεων πληρωνόταν από τις ίδιες τις τράπεζες που εξέδιδαν
τους τίτλους, γεγονός που δεν ήταν οπωσδήποτε βοηθητικό αναφορικά με την
αντικειμενικότητα των διαβαθμίσεων. Από τη στιγμή που κανείς δεν γνωρίζει
επακριβώς ποια τράπεζα είναι αγκιστρωμένη σε πόσα σάπια δάνεια ή ακόμα κι αν
αντιμετωπίζει χρεοκοπία, η έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στις τράπεζες έχει
μεγαλώσει τόσο ώστε τον τελευταίο χρόνο έχει σχεδόν παραλύσει τις διατραπεζικές
συναλλαγές. Στις διατραπεζικές συναλλαγές, οι τράπεζες χορηγούν η μία στην άλλη
μικρής διάρκειας δάνεια, χωρίς τυπικότητες, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι
δουλειές εξελίσσονται ομαλά. Αλλά, αν κάποια τράπεζα πρέπει να συνυπολογίσει
ότι κάποια άλλη μπορεί να χρεοκοπήσει αύριο, ο συνηθισμένος "εν νυκτί"
δανεισμός γίνεται επίσης ριψοκίνδυνος. Μεγαλύτερα προβλήματα έχουν αποφευχθεί
μέχρι τώρα μόνο επειδή οι κεντρικές τράπεζες αντέδρασαν με μια γρήγορη επέκταση
της δανειοδότησής τους.
Αλλαγές μέσα στον καπιταλισμό
Οι τεράστιες ζημιές που έχουν απασχολήσει τη
συζήτηση μέχρι τώρα –στα τέλη Απρίλη, οι τράπεζες είχαν διαγράψει περίπου 270
δισ. δολάρια, αλλά το σύνολο μπορεί να καταλήξει να είναι γύρω στα 400 με 500
δισ.– αποτελούν επίσης έκφραση των δομικών αλλαγών που έχουν εμφανιστεί στον
παγκόσμιο καπιταλισμό τα τελευταία τριάντα χρόνια: από την οικονομική κρίση του
1974-75 και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που υιοθετήθηκαν σαν αποτέλεσμά της,
η κατανομή πλούτου των σημαντικότερων καπιταλιστικών κρατών έχει τροποποιηθεί
σημαντικά προς όφελος του κεφαλαίου και των υψηλόμισθων. Οι πραγματικοί μισθοί
έχουν αυξηθεί πολύ λίγο από τότε, και η αύξηση του κοινωνικού πλούτου έχει
ωφελήσει σχεδόν αποκλειστικά αυτούς που ήδη κατέχουν υψηλά εισοδήματα και
μεγάλο πλούτο. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των εισοδηματικών κερδών, όπως και τμήμα
των αυξανόμενων επιχειρηματικών κερδών, επενδύθηκε στις χρηματοπιστωτικές
αγορές, που πετυχημένα φλέρταραν τους επενδυτές με αυξανόμενα νέους τύπους
κερδοσκοπικών πιστωτικών μέσων (τα επονομαζόμενα "παράγωγα") από την
εποχή της σαρωτικής απορρύθμισης των αγορών στη δεκαετία του ’70.
Διάφορες "συνταξιοδοτικές
μεταρρυθμίσεις", που όλες πραγματοποιήθηκαν σε βάρος του κρατικού
συστήματος συντάξεων, οδήγησαν επίσης σε προσπάθειες από πολλούς
απασχολούμενους να αυξήσουν τις μελλοντικές τους συνταξιοδοτικές απολαβές μέσω
"συνταξιοδοτικών τίτλων", τόσο ώστε χαμηλόμισθοι επίσης να καταλήξουν
να επενδύουν εμμέσως στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σαν αποτέλεσμα αυτής της
εξέλιξης, η ποσότητα του χρηματιστικού πλούτου έχει αυξηθεί πολύ πιο γρήγορα
τις τελευταίες δεκαετίες σε σχέση με τη μέση αύξηση του πλούτου γενικά. Και
υπάρχει μια σταθερή αναζήτηση για μεγαλύτερες επενδυτικές ευκαιρίες για αυτή
την τεράστια αύξηση του χρηματοπιστωτικού πλούτου, που κυρίως προκαλεί τις
κερδοσκοπικές ενέργειες.
Αλλά, οι ζημιές που αναφέρθηκαν παραπάνω
αποτελούν ένα μόνο τμήμα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού πλούτου, που συνολικά
φτάνει γύρω στα 150.000 δισ. δολάρια ΗΠΑ. Οι μέχρι τώρα παγκόσμιες ζημιές, γύρω
στα 270 δισ. δολάρια, κινούνται στο μέγεθος του ετήσιου ομοσπονδιακού ελλείμματος
του προϋπολογισμού των ΗΠΑ και εύκολα μπορεί να απορροφηθούν από τις παγκόσμιες
χρηματοπιστωτικές αγορές. Αλλά μπορεί επίσης μία ή δύο μεγάλες τράπεζες να
αντιμετωπίσουν δυσκολίες, όμοιες με αυτές με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπη η
πέμπτη μεγαλύτερη αμερικάνικη τράπεζα, η Bear Stearns, της οποίας η χρεωκοπία
μπόρεσε να αποφευχθεί μόνο με την πώλησή της σε τιμή ευκαιρίας –που
διαμορφώθηκε από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα– στην J.P. Morgan Chase, τη δεύτερη
μεγαλύτερη αμερικάνικη τράπεζα.
Νέα κέντρα καπιταλιστικής
συσσώρευσης
Σαν συνέπεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η
ύφεση έχει ξεκινήσει στις ΗΠΑ (αν και επίσημα δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί). Οι
τράπεζες έχουν χαλιναγωγήσει το δανεισμό τους και οι ιδιώτες καταναλωτές, που
έχασαν μόλις τα σπίτια τους, δεν μπορούν να συνεχίσουν να καταναλώνουν με την
ίδια ταχύτητα. Υπολογίζοντας τη σημαντική βαρύτητα που η εσωτερική αγορά έχει
για την οικονομία των ΗΠΑ, μια κυκλική υποχώρηση ίσως είναι αναπόφευκτη, ακόμα
και με ένα αδύνατο δολάριο, που κάνει τις εξαγωγές των ΗΠΑ ανταγωνιστικές στην
παγκόσμια οικονομία. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι αυτή η υποχώρηση επέδρασε
μέχρι τώρα σχετικά λίγο στην παγκόσμια οικονομία. Στην Ευρώπη, και ειδικά στη
Γερμανία, οι προβλέψεις για ανάπτυξη έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω, αλλά με
την "ανοδική πορεία" των τελευταίων χρόνων μια υποχώρηση ήταν
αναμενόμενη έτσι κι αλλιώς. Οι ΗΠΑ είναι ακόμη η ισχυρότερη οικονομική δύναμη
με διαφορά, αλλά, με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και τμημάτων της
Λατινικής Αμερικής, νέα κέντρα καπιταλιστικής συσσώρευσης έχουν αναδυθεί, που
δεν είναι πλέον απλά η "περιφέρεια" μιας παγκόσμιας οικονομίας που
καθοδηγείται από τη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Σε κάποιο βαθμό,
μπορούν να παλαντζάρουν για την πτώση της ζήτησης στις ΗΠΑ. Οι ινδικές εταιρίες
έχουν βγάλει όνομα για τις θεαματικές τους αγορές (η Jaguar αγοράστηκε από τη
Tata Motors, η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εταιρία ατσαλιού, η Arcelor, από τη Mittal
Steel) και το ότι η Κινέζικη Κεντρική Τράπεζα διατηρεί μαζικά αποθεματικά σε
ξένο νόμισμα είναι απλά η φανερή έκφραση αυτής της εξέλιξης. Ο παγκόσμιος
ανταγωνιστικός καπιταλισμός μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πολυπολικό,
μια εξέλιξη συνοδευόμενη από τη σχετική υποχώρηση της οικονομικής σημασίας των
ΗΠΑ5.
Νέες μορφές ρύθμισης - Και νέες
κρίσεις
Η παρούσα κρίση επίσης δείχνει και κάτι
άλλο. Τριάντα χρόνια πριν, η εποχή του κεϊνσιανισμού τελείωσε: οι κεϊνσιανές
οικονομικές πολιτικές, που είχαν περιοριστεί σε "ελλειματικές
δαπάνες", αντικαταστάθηκαν από νεοφιλελεύθερες ιδέες, που προέρχονταν από
την υπόθεση ότι "οι αγορές" είναι οι καλύτερες και πιο
αποτελεσματικές οντότητες ρύθμισης της οικονομίας. Από τα 1980, απορρύθμιση,
ελαστικοποίηση και ιδιωτικοποίηση εμφανίστηκαν σε όλο τον πλανήτη στο
μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Σήμερα, οι χρηματοπιστωτικές αγορές, περισσότερο από
κάθε άλλη αγορά, προσεγγίζουν το ιδεατό νεοφιλελεύθερο πρότυπο μιας ελεύθερης
και ελαστικής αγοράς: οι κρατικές ρυθμίσεις έχουν δραστικά περικοπεί και,
εξαιτίας της φύσης του συναλλασσόμενου προϊόντος, τα κενά χρόνου και τα κόστη
των συναλλαγών είναι μηδαμινά και άρα οι "δυνάμεις της αγοράς"
μπορούν να επιβληθούν ανεμπόδιστα. Αλλά είναι ακριβώς αυτές οι απορρυθμισμένες
χρηματοπιστωτικές αγορές που έχουν αποδειχτεί ότι είναι εξαιρετικά ασταθείς και
επιρρεπείς στην κρίση. Ακόμα και ο Josef Ackermann, διευθυντής της Τράπεζας της
Γερμανίας, έπρεπε πρόσφατα να παραδεχτεί ότι δεν πιστεύει πλέον στις συχνά
επικαλούμενες "αυτοδιορθωτικές δυνάμεις της αγοράς". Και το Διεθνές
Νομισματικό Ταμείο, που μέχρι τώρα υποχρέωνε κάθε αναπτυσσόμενη χώρα στην ανάγκη
να εξασφαλίσει "περισσότερη αγορά" (και ειδικά στο χρηματοπιστωτικό
τομέα), ανακάλυψε, υπό το φως της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ότι η διεθνής
χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική παρουσιάζει "δραματικές ελλείψεις" και
ότι περισσότερος κρατικός έλεγχος και ρύθμιση είναι αναγκαία. Αλλά το αν
τέτοιες ρυθμίσεις, στην πραγματικότητα, πλησιάζουν σύντομα, είναι αβέβαιο: Ο
Ackermann δεν σκόπευε η κριτική του να κατανοηθεί σαν έκκληση για μεγαλύτερη
κρατική παρεμβατικότητα. Αντ’ αυτού, παρουσίασε έναν εθελοντικό κώδικα
συνεννόησης, στον οποίο οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα έπρεπε να
προσκολλώνται στο μέλλον. Οι προτάσεις που συζητήθηκαν από το ΔΝΤ επίσης
παραμένουν εξαιρετικά αόριστες. Είναι πιθανό ότι μια μεγαλύτερη κρίση είναι
αναγκαία πριν ένα νέο κύμα ρυθμίσεων αρχίσει. Αλλά η εποχή της αφελούς ευφορίας
των αγορών φαίνεται να έχει τελειώσει για τώρα.
Ακόμα κι αν μια νέα εποχή ρύθμισης των
χρηματοπιστωτικών αγορών πλησιάζει, έτσι κι αλλιώς δεν θα απελευθερώσει τον
καπιταλισμό από τις κρίσεις. Όταν αναλύει κάποιος τον καπιταλισμό, πρέπει να
διακρίνει ανάμεσα σε θεσμικούς διακανονισμούς, που ευνοούν τις κρίσεις, και τις
δομικές τάσεις του καπιταλισμού για κρίση, που έχουν τις ρίζες τους στις
αντιφατικές επιταγές της καπιταλιστικής παραγωγής, από τη μία, και στην καπιταλιστική
κυκλοφορία, από την άλλη. Θεσμικοί διακανονισμοί μπορούν να αλλάξουν και σαν
κανόνας οι κρίσεις τείνουν να προκαλούν τέτοιες αλλαγές. Το ότι ο σκοπός της
καπιταλιστικής παραγωγής είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους και το ότι αυτό μόνο
κατά ένα μέρος εξυπηρετείται από την κυκλοφορία, όμως, δεν μπορεί να αλλάξει, ή
τουλάχιστον χωρίς να καταργήσεις τον καπιταλισμό.
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις νέων κρίσεων. Η
τεράστια αύξηση της κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει σε άνοδο των
τιμών των πρώτων υλών και στην παρούσα αύξηση της τιμής των τροφίμων. Στην
περίπτωση των αυξανόμενων τιμών και των προσδοκιών για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση
των τιμών, οι κερδοσκοπικές επενδύσεις θα αυξηθούν, έτσι ώστε μια σειρά
προϊόντα θα αγοράζονται μόνο και μόνο για να μεταπωληθούν σε μεγαλύτερες τιμές.
Υπάρχουν ήδη ενδείξεις πως οι αυξήσεις των τιμών του αργού πετρελαίου και του
σταριού είναι εν μέρει αποτέλεσμα μελλοντικών κερδοσκοπικών συμβολαίων, με
αποτέλεσμα να εμφανίζονται νέες κερδοσκοπικές φούσκες.
Η αυξανόμενη τιμή των τροφίμων έχει ήδη
σημαντικές οικονομικές συνέπειες: στην Ινδία, και ειδικά στην Κίνα, τροφοδοτούν
τους ήδη υψηλούς ρυθμούς πληθωρισμού. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα η
Κινέζικη Κεντρική Τράπεζα να προσπαθήσει να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό με
άνοδο των επιτοκίων ή με περιορισμό της προσφοράς χρήματος, κόβοντας έτσι τους
μέχρι τώρα εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης – 8 με 9% το χρόνο. Τότε η άλλη όψη
της πολυπολικής δομής του παγκόσμιου καπιταλισμού θα γίνει φανερή: μια
οικονομική κρίση στην Κίνα δεν θα είναι μόνο κινέζικο πρόβλημα, θα είναι
πρόβλημα του συνόλου της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Ακόμα και χωρίς
την τρομερή κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι προοπτικές του
παγκόσμιου ανταγωνιστικού καπιταλισμού είναι κάθε άλλο παρά ρόδινες.
(*) Ο Μάικλ Χάινριχ είναι μαθηματικός και
πολιτικός επιστήμονας. Ζει στο Βερολίνο και είναι μέλος της σύνταξης του
περιοδικού "Για την Κριτική Κοινωνική Επιστήμη". Στην ιστοσελίδα του
(http: //www.oekonomiekritik.de/) δημοσιεύει πολλά άρθρα στη γερμανική και
αγγλική γλώσσα. Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στις 9 Ιουνίου 2008, στην
ιστοσελίδα MRZine της "Monthly Review" (http:
//mrzine.monthlyreview.org/).
Από το γενικευμένο δυσμενές κλίμα δεν θα μπορούσε να
μείνει ανεπηρέαστη η χώρα μας, καθώς από τον Σεπτέμβριο του 2008 και σταδιακά
μέχρι και σήμερα η ελληνική πραγματικότητα βρίσκεται κάτω από ένα πέπλο έντονου
προβληματισμού και ανησυχίας εξαιτίας μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομικής
κρίσης που έχει χαρακτηριστεί -δικαίως με βάση τα νούμερα και την διάρκεια- ως
η χειρότερη των τελευταίων 70 ετών. Μιας κρίσης της οποίας τα αίτια δεν έγιναν
αντιληπτά από μία σημαντική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας που δεν έχουν τα
ερεθίσματα και το ενδιαφέρον να την κατανοήσουν και να την αναλύσουν,
κινούμενοι με γνώμονα την «ευημερία» της καθημερινής τους ζωής. Η ψευδαίσθηση
της οικονομικής ασφάλειας που έπνεε πάνω από την ελληνική οικονομία κλονίστηκε
το φθινόπωρο του 2008 με τα ΜΜΕ να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση
ενός κλίματος ανησυχίας προβάλλοντας τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που
παρατηρούνται διεθνώς , άλλοτε με την στοχευμένη παράθεση των γεγονότων και
άλλοτε με όχημα την υπερβολή ως απόρροια της μη κατανόησης. Στα πλαίσια της
διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης παρατηρείται και η είσοδος της ελληνικής
οικονομίας στη φάση της ύφεσης. Τα μακροοικονομικά μεγέθη αντικατροπτίζουν την
τάση αυτή, με την ανεργία να παρουσιάζει αυξητικές τάσεις, τις επενδύσεις να
συρρικνώνονται διαρκώς και την ταχύτητα κυκλοφορίας χρήματος να επιβραδύνεται
προκαλώντας στενότητα στην αγορά. Χαρακτηριστικά παρατίθενται τα ακόλουθα
στοιχεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας τον
Δεκέμβριο του 2008 η ανεργία διαμορφώθηκε στο 8,9% από 7,8% τον Νοέμβριο, ενώ
την ίδια περίοδο ο μέσος όρος της ανεργίας στην ευρωζώνη ήταν 8,1%. Επίσης την
ίδια περίοδο (Δεκέμβριος 2008) ο ετήσιος ρυθμός
ανόδου της συνολικής χρηματοδότησης προς το σύνολο των επιχειρήσεων και των
νοικοκυριών υπολογίστηκε στο 16,4% από 21,5% που ανερχόταν τον Δεκέμβριο του
2007. Παράλληλα ο χρηματοοικονομικός τομέας της χώρας επιβραδύνεται. Στα
χρηματιστήρια αξιών και παραγώγων οι καθοδικές συνεδριάσεις διαδέχονται η μια
την άλλη, οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές ρευστοποιούν συνεχώς τις συμμετοχές τους
στο ελληνικό χρηματιστήριο και η ΕΧΑΕ ανακοινώνει για το 2008 μείωση του κύκλου
εργασιών της κατά 33%. Σύμφωνα λοιπόν με τα δημοσιευθέντα στοιχεία, τα ελληνικά
χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι ασφαλιστικοί οργανισμοί είχαν μικρή έκθεση σε
προϊόντα μειωμένης εξασφάλισης, ενώ λίγοι επενδύτες τοποθέτησαν τα κεφαλαία
τους στα τοξικά προϊόντα κυρίως σε εκείνα της Lehman Brothers. Πράγματι την
τελευταία δεκαετία οι ελληνικές τράπεζες έστρεψαν το επιχειρηματικό τους
ενδιαφέρον και κατ’ επέκταση και τα κεφαλαία τους στις αναπτυσσόμενες χώρες
(π.χ. Τουρκία, Άιγυπτος Βαλκάνια). Οι μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες
ακολούθησαν μία παραδοσιακή τραπεζική πολιτική και ανέπτυξαν ένα ευρύ δίκτυο καταστημάτων
στην Ρουμανία, στην Βουλγαρία κ.λ.π. έναντι της επένδυσης σε επενδυτικά
προϊόντα υψηλού ρίσκου. Επίσης όσον αφορά τα ασφαλιστικά ταμεία, τα προηγούμενα
χρόνια αντιμετώπισαν την μείωση των διαθεσίμων τους εξαιτίας αστοχιών
διαχείρισης και συνεπώς δεν είχαν τη δυνατότητα να επενδύσουν μεγάλα κεφάλαια
στην αγορά αυτή. Παρ’ όλα αυτά αξίζει να αναφερθεί ότι ο κλονισμός της
εμπιστοσύνης του κοινού και της αγοράς προς τους χρηματοοικονομικούς
οργανισμούς παγκοσμίως, που εκδηλώθηκε με την πτώση των χρηματιστηριακών τιμών
τους, τις συνεχείς αναλήψεις κεφαλαίων και την εκτόξευση των διατραπεζικών
επιτοκίων επηρεάζουν την εικόνα και των αντίστοιχων ελληνικών
χρηματοοικονομικών οργανισμών.
Συνεχίζοντας την ανάλυση θα τεθεί η
εικόνα της ελληνικής οικονομίας κάτω από το πρίσμα ενός παγκοσμιοποϊημένου
οικονομικού συστήματος. Οι παραγωγικότεροι κλάδοι της χώρας μας (ναυτιλία,
τουρισμός, τραπεζικός κλάδος) εμφανίζουν υψηλό βαθμό συσχέτισης με το
εξωτερικό, συνεπώς και με χώρες που εκτέθηκαν άμεσα στα subprime δάνεια.
Παράλληλα, δείκτες όπως αυτοί της καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην ευρωζώνη και
στις ΗΠΑ, των παραγγελιών διαρκών αγαθών, των επενδύσεων κ.α. αποτυπώνουν την
επιβράδυνση στην παγκόσμια ζήτηση και κατανάλωση. Στοιχεία που ενισχύουν την
άποψη ότι ήταν αναπόφευκτο να επηρεαστεί και η ελληνική οικονομία. Σε ένα
δεύτερο επίπεδο μπορεί να υποστηριχτεί ότι για την περίπτωση της Ελλάδας
αναφερόμαστε ουσιαστικά σε μια κρίση ζήτησης. Από τα ανωτέρω συνάγεται το
συμπέρασμα ότι η ύφεση στην Ελλάδα δεν συνδέεται άμεσα με τις πρωτογενείς
αιτίες της κρίση που εμφανίστηκε σε ΗΠΑ και Ευρώπη, αλλά με τις επιπτώσεις μια
γενικευμένης κρίσης στην παγκόσμια οικονομία. Επιπτώσεις που βρήκαν πρόσφορο
έδαφος και στην δυσμενή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας μας. Τα τελευταία χρόνια
το δημόσιο χρέος της Ελλάδος διευρυνόταν συνεχώς. Ο δανεισμός τα προηγούμενα
έτη χρησιμοποιήθηκε για την ανάληψη επενδυτικών έργων στα πλαίσια του
εκσυγχρονισμού της χώρας και των υποχρεώσεων της απέναντι στο σχέδιο ανάληψης
των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αλλά κυρίως και για την κάλυψη των αναγκών του
κοστοβόρου δημοσίου τομέα της. Δυστυχώς δεν δόθηκε η απαραίτητη προσοχή ώστε τα
χρήματα αυτά να χρησιμοποιηθούν στην εξυγίανση και σωστή οργάνωση των ασθενικών
παραγωγικών τομέων της χώρας. Ο υψηλός δανεισμός σε συνδυασμό με τα
επαναλαμβανόμενα ελλείμματα τόσο στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών όσο και των
κρατικών προϋπολογισμών οδήγησαν στη μείωση της φερεγγυότητας του ελληνικού
κράτους την περίοδο που διανύουμε, καθώς οι πλεονασματικές μονάδες είναι διατεθειμένες
να δανείσουν τα χρήματά τους σε σταθερές οικονομικά χώρες και όχι σε χώρες
οικονομικά αδύνατες. Το αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη αύξηση του επιτοκίου δανεισμού
της Ελλάδας, μιας και η ανάληψη μεγαλύτερου κινδύνου από τους δανειστές
συνεπάγεται την προσαύξηση της απαιτούμενης ανταμοιβής, δημιουργώντας περαιτέρω
δυσκολίες στην εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την χρηματοδότηση των μέτρων
που θα την βοηθούσαν στην εξυγίανση του οικονομικού της τομέα.
Βρισκόμαστε στο μέσο μιας πολύ
εκτεταμένης και βαθειάς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Ή μάλλον στο μέσον
πολλών κρίσεων: οικονομικής, πιστωτικής, χρηματιστηριακής, κρίση στο
περιβάλλον, κρίση στο νερό και τους υδάτινους πόρους, κρίση στην ενέργεια.
Η οικονομική κρίση άρχισε τον Ιούνιο του 2007 με την κρίση στα sub-prime
στεγαστικά δάνεια (δηλαδή τα δάνεια σε πολύ οικονομικά ασθενείς πιστολήπτες)
στις ΗΠΑ. Αυτά έχουν προκαλέσει τεράστιες απώλειες σε όσους επένδυσαν σε τέτοια
χρεόγραφα και σε όσους δάνεισαν σε επιχειρήσεις, τράπεζες και οργανισμούς που
επένδυσαν σε τέτοια χρεόγραφα. (Ακόμα και μικροί Δήμοι στη βόρεια Νορβηγία
είχαν επενδύσει σε τέτοιους τίτλους).
Η κρίση αυτή άρχισε να γενικεύεται αφού φάνηκε πως και άλλα μεγάλα τραπεζικά και
ασφαλιστικά ιδρύματα είχαν επενδύσει, ή εγγυηθεί επενδύσεις σε αμφιβόλου
ποιότητας χρεόγραφα.
Θα έλεγα πως και τα συνεχή μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ, συνέτειναν
στην συντήρηση της αγοράς χωρίς αντίστοιχο αντίκρισμα.
Η Αμερικανική και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προσπάθησαν κατ’ επανάληψη να
τονώσουν την αγορά με προσφορά χρήματος σε μια προσπάθεια να συγκρατηθούν οι
επιπτώσεις. Στις 18 Δεκεμβρίου 2007, παρενέβη η ΕΚΤ στις διεθνείς χρηματαγορές
προσφέροντας 348 δισ. ευρώ (ρεκόρ παρέμβασης) σε ρευστότητα, δίνοντας έτσι τη
δυνατότητα να μειωθούν τα επιτόκια στη διατραπεζική αγορά κατά 0,50%. Η
Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα, για να τονώσει τις αγορές, μείωσε το
προεξοφλητικό επιτόκιο κατά 0,75%! Και μετά μόλις 8 μέρες τα μείωσε άλλο ένα
0,5%.
Πάλι στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, οι Κεντρικές τράπεζες τροφοδότησαν τις αγορές με
σχεδόν 300 δισ. δολάρια ρευστότητα.
Αλλά το πρόβλημα παραμένει και συνεχίζει να έχει μεγάλες επιπτώσεις στη
χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αλλά και στο χρηματιστήριο. Οι
τράπεζες δεν βρίσκουν εύκολα χρήματα για περιόδους μεγαλύτερες από μια μέρα, ή
το πολύ για μια εβδομάδα και αναγκάζονται να αυξάνουν τα επιτόκια καταθέσεων
ώστε η σχέση χορηγήσεων-προς-καταθέσεις που παρακολουθούν οι επενδυτές και οι
αναλυτές να μην χειροτερεύει.
Ακόμα και ο δανεισμός του Ελληνικού Δημοσίου ακριβαίνει, αφού η διαφορά στο
κόστος δανεισμού μεταξύ του Ελληνικού και του Γερμανικού Δημοσίου έχει φθάσει
για την δεκαετή διάρκεια από τις 32 μ.β στα μέσα Μαρτίου 2005, στις 82 μονάδες
βάσης σήμερα. Μια αύξηση κατά 30 μ.β., στο spread στα 40 δισ. ευρώ δανεισμού
ισοδυναμούν με ένα επιπλέον ετήσιο κόστος για τόκους της τάξης των 120 εκατ.
ευρώ, πριν λάβουμε υπόψη την καθαυτό άνοδο των επιτοκίων.
[Αυτό δείχνει- έστω εκ των υστέρων- πόσο σωστή ήταν η στρατηγική μας για
«ανέβασμα του duration» (επιμήκυνση) του δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, με
δανεισμό για 30 και 50 χρόνια.]
Όσον αφορά τα χρηματιστήρια, η τάση παραμένει πτωτική, αλλά παρουσιάζονται
πλέον πολύ καλύτερες ευκαιρίες για επενδύσεις. Αργά ή γρήγορα θα ομαλοποιηθούν
τα πράγματα.
Και όσον αφορά τις επιπτώσεις στην Ελληνική οικονομία. Οι επιπτώσεις είναι και
θα είναι σοβαρές:
1. Δημοσιονομικά—πίεση στα έσοδα ως αποτέλεσμα της αρνητικής πίεσης στα
εισοδήματα και τους ρυθμούς ανάπτυξης.
2. Αρνητική επίδραση στο χρηματιστήριο.
3. Βραδύτερους ρυθμούς στις επενδύσεις και στις επενδυτικές ροές.
4. Αρνητική επίδραση στη ρευστότητα των τραπεζών και στον τραπεζικό
δανεισμό. Δηλαδή, πολύ μεγαλύτερη δυσκολία και κόστος δανεισμού από τις τράπεζες,
5. Αρνητική επίδραση στον τουρισμό- εφόσον τα εισοδήματα των επισκεπτών
μας συμπιέζονται.
6. Αρνητική επίδραση στις εξαγωγές λόγω της πίεσης στα εισοδήματα διεθνώς.
Το τελικό μέγεθος όλων των παραπάνω και οι τελικές επιπτώσεις θα φανούν στο
προσεχές μέλλον.
Οι
επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στον τουρισμό
αναφαίρονται στήν ομιλία του
Νίκου Ε. Σκουλά,
Προέδρου του Minoan International College, πρώην Trinity,
στο 1o Ευρωπαϊκό Συνέδριο Τουρισμού που συνδιοργανώθηκε από
τη HELEXPO
και τη EUROPRESS MEDIA
με την υποστήριξη της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων,
στο πλαίσιο της Έκθεσης Philoxenia
<<Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές
εκτιμήσεις ως προς την ένταση, τη διάρκεια και τις μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις
της, είναι βέβαιο ότι βρισκόμαστε
αντιμέτωποι με μια τεράστια πλανητική οικονομική κρίση που, σε
απόλυτα μεγέθη, είναι ίση ή και ωχριά μπροστά της ακόμα και το μεγάλο κραχ του
1929. Τεράστιοι χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί της μητρόπολης του
καπιταλισμού, όπως η Fannie Mae και ο Freddie Mac, με συμβολισμό ανάλογο
εκείνου των Δίδυμων Πύργων κατέρρευσαν εν μια νυκτί, όπως και κείνοι, σαν
χάρτινοι.
Η κρίση που εκκολαύτηκε σταδιακά την
τελευταία οκταετία, πυροδοτήθηκε πριν από ένα περίπου χρόνο στΙς Η.Π.Α. από την
αγορά στεγαστικών δανείων μεγάλου ρίσκου (sub-prime loans), εξαπλώθηκε με
εκπληκτική ταχύτητα, πρώτα στην αμερικανική ήπειρο και στη συνέχεια στον
υπόλοιπο κόσμο και έφερε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα στο χείλος της
ολοκληρωτικής συντριβής, αναδεικνύοντας έτσι τις τεράστιες διαρθρωτικές
αδυναμίες του.
Η χρηματοπιστωτική
φούσκα τελικά έσκασε και ο εκκωφαντικός της θόρυβος, όπως
αποτυπώθηκε στα τηλεοπτικά δελτία και στα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου και
ελληνικού τύπου, δημιούργησε σύγχυση,
πανικό και κλονισμό της εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η πρωτοφανής κρίση του παγκόσμιου
χρηματοπιστωτικού συστήματος υπήρξε απόρροια απληστίας, αναρχίας και ανικανότητας.
Απληστίας των golden boys της Wall Street και όχι μόνον, που
«μεθυσμένα» από την εικονική οικονομική πραγματικότητα που τα ίδια δημιούργησαν
δεν μπόρεσαν να φανταστούν το άδοξο τέλος της. Ενδεικτικά, ένα από τα παιδιά
αυτά, ο hedge fund manager John Paulson (απλή συνωνυμία με τον Υπουργό
Οικονομικών των ΗΠΑ), είχε αμοιβές το 2007, 1,5 δισεκατομμυρίων
δολαρίων!).
Αναρχίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που, ειδικότερα, στις
τοποθετήσεις private-equity και hedge funds, το σύνθημα ήταν anything goes,
χωρίς κανένα εποπτικό έλεγχο και καμιά απολύτως ρύθμιση ή
παρέμβαση.
Ανικανότητας των ταγών της ασφάλειας και εύρυθμης
λειτουργίας του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, με πρωταγωνιστή τον
διαβόητο πια Alan Greenspan, που όχι μόνο δεν κατάφεραν να προβλέψουν την
επερχόμενη καταιγίδα αλλά, με τις άφρονες πολιτικές τους, έκαναν ό,τι ήταν
δυνατόν για να επιταχύνουν την έλευσή της. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του κ.
Greenspan: «Έκανα λάθος υποθέτοντας ότι το συμφέρον των τραπεζικών και άλλων
οργανισμών ήταν τέτοιο ώστε θα μπορούσαν να προστατεύσουν τους ίδιους τους
μετόχους τους». Με άλλα λόγια, συγγνώμη λάθος... έτσι απλά.
Οι Χρηματιστηριακές αγορές, μετά το ξέσπασμα
της κρίσης, βρίσκονται σε καθεστώς ελεύθερης πτώσης δημιουργώντας δέος και
πανικό στους πάντες με εξαίρεση, βέβαια, εκείνους που τις χειραγωγούν,
επιδιδόμενοι σε αναίσχυντη αισχροκέρδεια. Οι μαζικές ρευστοποιήσεις έχουν
εξανεμίσει περίπου το 50% της κεφαλαιοποίησης παγκοσμίως. Ενδεικτικά αναφέρω
πτώσεις των δεικτών από την αρχή του έτους έως 27 Οκτωβρίου: Νέα Υόρκη 36,22%,
Ευρωζώνη 47,74, Φρανκφούρτη 46,84%, Λονδίνο 39, 96%, Τόκιο 53,21%, Χονγκ Κονγκ
60,39% και η Αθήνα (πρωταγωνίστρια) 65,28%.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO) προβλέπει
πτώση του ρυθμού αύξησης των εμπορικών συναλλαγών στο 4, 5% (πτώση κατά
τέσσερις μονάδες από το 2006). Το δημόσιο έλλειμμα των ΗΠΑ για το 2008 θα
ανέλθει στα $700 δισεκ. (3,2% του ΑΕΠ). Το πιο τρομακτικό νούμερο, όμως, είναι
το συσσωρευμένο δημόσιο έλλειμμα των ΗΠΑ που αισίως ανέρχεται σε 10,5
τρισεκατομμύρια δολάρια (αυξημένο κατά 71% στην οκταετία του Bush). Δηλαδή,
κάθε Αμερικανός πολίτης οφείλει $34.500. Είναι δυνατόν να μην επηρεάσει αυτό
αρνητικά την παγκόσμια οικονομία;
Η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος
διαχέεται με μεγάλη ταχύτητα στην παγκόσμια πραγματική οικονομία και την οδηγεί
σε μια πρωτοφανή σε έκταση και βάθος οικονομική ύφεση. Βιομηχανικοί κολοσσοί
στην Αμερική, την Ευρώπη, την Ασία, την Ωκεανία και τη Λατινική Αμερική, καταρρέουν,
ή αναστέλλουν την δραστηριότητά τους και προβαίνουν σε μαζικές απολύσεις
εργαζομένων σε πρωτόγνωρη κλίμακα.
Στη Ρωσία, μία και μόνο τράπεζα πρόκειται να
προβεί στην απόλυση 50.000 εργαζομένων, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη, Ισπανία,
Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία αντιμετωπίζουν πρώτες, εκρηκτικούς ρυθμούς
αύξησης της ανεργίας. Ακόμη και οι πιο συντηρητικές και αισιόδοξες προβλέψεις
της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO), κάνουν λόγο για τη δημιουργία 20
εκατομμυρίων καινούργιων ανέργων τον επόμενο χρόνο.
Στην Ελλάδα, με την απουσία ουσιαστικής
ανταγωνιστικής παραγωγικής βάσης, χρόνιες και σοβαρές μακροοικονομικές
ανισορροπίες, τεράστια διαρθρωτικά προβλήματα που απεικονίζονται στο δημόσιο
χρέος και το άνοιγμα στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών, είναι επόμενο να δεχτεί
ισχυρότατο πλήγμα από την διεθνή οικονομική κρίση, παρά τις διαβεβαιώσεις
για «ισχυρή και θωρακισμένη οικονομία και χρηματοπιστωτικό
σύστημα».
Οι επιπτώσεις της παγκόσμιας
χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι πλέον αδιάψευστα αισθητές και στην πραγματική
οικονομία της χώρας μας, με απρόβλεπτες εξελίξεις για τη μείωση της ρευστότητας
των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων και των νοικοκυριών, την
αυξανόμενη ανεργία και την εξαθλίωση των ευπαθών κοινωνικών ομάδων.
Ήδη, η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας
και της κατανάλωσης είχαν σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσει η «μαύρη τρύπα» του
Προϋπολογισμού, σημειώνοντας υστέρηση εσόδων κατά 2,41 δισεκατομμύρια Ευρώ, το
τρέχον έτος.
Πηχυαίοι τίτλοι στον παγκόσμιο και ελληνικό
τύπο που διεκτραγωδούν τη σοβαρότητα της κατάστασης επιτείνουν το κλίμα πανικού
και απόγνωσης και καταβαραθρώνουν την
εμπιστοσύνη των πολιτών προς τις κυβερνήσεις, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, τις
τράπεζες και τις επιχειρήσεις. Είναι προφανές ότι
οι τρεις «πυλώνες» της Ελληνικής οικονομίας ήδη δέχονται τα σεισμικά κύματα της
παγκόσμιας κρίσης.
Ο κατασκευαστικός/οικοδομικός τομέας ήδη ασφυκτιά από την κεφαλαιακή στενότητα και την
αδυναμία δανεισμού και δημιουργεί τις πρώτες στρατιές ανέργων.
Η ναυτιλία είναι ήδη βυθισμένη σε βαθιά κρίση και η
καταβαράθρωση των ναύλων, λόγω συρρίκνωσης της παγκόσμιας ζήτησης, οδηγεί σε
παροπλισμό πολλών μεγάλων σκαφών.
Ο τρίτος «πυλώνας» της Ελληνικής
οικονομίας, ο Tουρισμός, με τα
προϋπάρχοντα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα και τον ελάχιστο βαθμό ανταγωνιστικότητας,
είναι επόμενο να δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα από την πλανητική κρίση του
χρηματοπιστωτικού συστήματος και την επερχόμενη παγκόσμια οικονομική
ύφεση.
Η έκβαση αυτής της οικονομικής κρίσης δεν θα
είναι, αναπόφευκτα, εξ ίσου ζοφερή με εκείνη του 1929. Υπάρχει εμπειρία και
υπάρχουν δυνατότητες παρέμβασης και δημοσιονομικά και νομισματικά εργαλεία και
μέτρα που μπορούν να συμβάλουν μεσοπρόθεσμα στην άμβλυνση των αρνητικών
επιπτώσεων. Η κατάσταση αυτή,
αυτονόητα, εμπνέει απαισιοδοξία, όχι όμως, κατ’ ανάγκην, απελπισία.
Αυτό θα εξαρτηθεί από το πως θα αντιμετωπίσουν την κρίση οι παγκόσμιοι
οργανισμοί,οι κυβενήσεις, οι τράπεζες, οι επιχειρηματικοί και επαγγελματικοί
φορείς, οι επιχειρήσεις, αλλά και οι πολίτες.
Οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία, η
Ρωσία και άλλες χώρες διαθέτουν, συνολικά, τρισεκατομμύρια δολαρίων και Ευρώ
για την ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών. Σημασία έχει το πως θα
αξιοποιηθούν αυτά τα αστρονομικού μεγέθους κεφάλαια. Θα διοχετευτούν σε
επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες και στην ενίσχυση της απασχόλησης και
της ρευστότητας των νοικοκυριών;
Θα υπάρξει δημόσιος και κοινωνικός έλεγχος
στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που κάθε άλλο παρά υπεύθυνοι αποδείχτηκαν
στην πράξη;
Οι Κεντρικές Τράπεζες προχωρούν σε μειώσεις
επιτοκίων. Το ερώτημα είναι: τα χαμηλότερα επιτόκια θα φτάσουν στις
επιχειρήσεις και στους πολίτες. Για την ώρα, το αντίθετο συμβαίνει.Όσο
μειώνονται τα επιτόκια των Κεντρικών Τραπεζών, τόσο αυξάνονται τα επιτόκια
χορηγήσεων στην ελληνική αγορά.
Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και άλλων χωρών αυξάνουν τα όρια των εγγυημένων καταθέσεων με
νομοθετικές ρυθμίσεις. Αυτές οι πρωτοβουλίες πάνω στις οποίες επιχειρείται
κάποιος συντονισμός, για πρώτη ίσως φορά, καθώς και τα κοινωνικού χαρακτήρα
μέτρα που εξαγγέλλονται, θα είναι αρκετά για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των
πολιτών χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη;
Ίδωμεν...
Σε κάθε περίπτωση, πέρα τον
αναπροσανατολισμό της αναπτυξιακής πολιτικής και τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό
στην εφαρμογή της, απαιτούντα άμεσα,
έκτακτα χρηματοπιστωτικά και άλλα μέτρα για την ανακούφιση των μικρομεσαίων
επιχειρήσεων και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων προκειμένου να
ανακοπεί η πτώση της κατανάλωσης. Οποιαδήποτε καθυστέρηση θα έχει σοβαρές
αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο της κοινωνίας αλλά και στα δημοσιονομικά
ελλείμματα από υστέρηση φόρων (άμεσων και έμμεσων).
Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας που είναι
ο τουρισμός. Το ντόμινο των εξελίξεων στην παγκόσμια οικονομία αναμένεται,
σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ),
Νίκο Αγγελόπουλο, να επηρεάσει, όχι μόνο την τουριστική κίνηση, αλλά και την
ίδια τη βιωσιμότητα κάποιων επιχειρήσεων του κλάδου.
«Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα να προβούμε σε ασφαλείς εκτιμήσεις, μπορούμε να
πούμε με βεβαιότητα ότι θα υπάρξει μείωση των αφίξεων, αλλά και αύξηση του
ποσοστού θνησιμότητας τουριστικών επιχειρήσεων, καθώς πολλές οριακές
επιχειρήσεις θα γίνουν περιθωριακές», είπεν ο κ. Αγγελόπουλος και έκανε έκκληση
για τη λήψη χρηματοπιστωτικών και άλλων μέτρων για τη στήριξη των τουριστικών
επιχειρήσεων.
Ανάλογη έκκληση έκαμε και ο Πρόεδρος του
Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος Γεράσιμος Φωκάς ενώ ο Πρόεδρος της
Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων Ανδρέας Ανδρεάδης σημείωσε ότι «τα ελληνικά
ξενοδοχεία αντιμετωπίζουν προβλήματα ανταγωνιστικότητας που εστιάζονται στην
τραγική έλλειψη υποδομών».
Δυστυχώς, οι αναπτυγμένες χώρες
προέλευσης, παραδοσιακά, του ελληνικού τουρισμού (Γερμανοί και Βρετανοί αποτελούν το ήμισυ των τουριστικών
μας αφίξεων), βρίσκονται στο επίκεντρο
της οικονομικής κρίσης με καλπάζουσα ανεργία, συρρίκνωση
εισοδημάτων και πολύ υψηλό δείκτη ανασφάλειας και αβεβαιότητας των κατοίκων
τους.
Αλλά και, προ παντός, γιατί η ζήτηση τουριστικών υπηρεσιών παρουσιάζει
εξαιρετικά μεγάλη εισοδηματική ελαστικότητα και οι δαπάνες για
τουριστικές υπηρεσίες δεν αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα διάθεσης του
«διακριτικού» (discretionary) εισοδήματος.
Παρότι δεν έχουν γίνει σοβαρές έρευνες στο
marketing του τουρισμού, είναι περίπου αυτονόητο ότι η ελαστικότητα της ζήτησης
για διακοπές και ψυχαγωγία αυξάνεται όσο χαμηλότερα είναι τα εισοδήματα του
νοικοκυριού.
Κοντολογίς, η πλούσια, οικονομικά ανεξάρτητη
οικογένεια, ακόμα και σε ημέρες κρίσης, πιθανότατα δεν θα στερηθεί τις διακοπές
της σε εγκαταστάσεις πολυτελείας. Η φτωχή οικογένεια, πιθανότατα, θα τις
αναβάλει ή θα μειώσει τη διάρκεια και τη δαπάνη της. Αυτό ισχύει, παρά το
γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, η ανάγκη για διακοπές καθιστά την τουριστική
ζήτηση όλο και πιο ανελαστική. Η ανελαστικότητα όμως αυτή δεν έχει δοκιμαστεί
σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης αυτού του μεγέθους.
Για μας, τους ασχολούμενους με τον
τουρισμό, έχει μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε τη φύση του ανταγωνισμού που
υφίσταται ανάμεσα σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων και συγκεκριμένα μεταξύ
τουριστικών δαπανών και άλλων μορφών επιλεκτικών (discretionary) δαπανών.
Η έρευνα αγοράς στον τουρισμό, συνήθως
εξετάζει τον ανταγωνισμό, αποκλειστικά εντός κατηγοριών τουριστικών προϊόντων.
Σπάνια όμως εισέρχεται στον πυρήνα του ανταγωνισμού μεταξύ τουριστικών και
άλλων κατηγοριών προϊόντων, αναζητώντας απάντηση στο ερώτημα: με δεδομένες
ποικίλες εναλλακτικές επιλογές, πώς μπορεί ο τουρισμός να διεκδικήσει
μεγαλύτερο μερίδιο της επιλεκτικής δαπάνης ενός νοικοκυριού με περιορισμένους
οικονομικούς πόρους;
Κατά κανόνα, στις μη επιλεκτικές δαπάνες (η
ζήτηση είναι ανελαστική)) στον προϋπολογισμό ενός συνήθους νοικοκυριού
περιλαμβάνονται οι δαπάνες για προϊόντα και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης όπως
στέγης (ενοίκιο ή στεγαστικό), τρόφιμα, νερό, ΔΕΗ, ΟΤΕ, δαπάνες συντήρησης του
σπιτιού, βασική ένδυση και υπόδηση, πετρέλαιο θέρμανσης και βενζίνη.
Οι επιλεκτικές δαπάνες (discretionary
spending) αφορούν σε μη βασικές ή μή-επείγουσες ανάγκες όπως ανακαίνιση του
σπιτιού, επενδύσεις και αποταμίευση, διακοπές ή αγορά ειδών πολυτελείας όπως
π.χ. τηλεόραση plasma, home cinema, επώνυμα ενδύματα και αξεσουάρ ή κοσμήματα.
Βέβαια, τα όρια μεταξύ επιλεκτικών και μη
επιλεκτικών δαπανών είναι συγκεχυμένα και διαφέρουν ανάλογα με την εισοδηματική
τάξη των νοικοκυριών. Είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντικό να κατανοήσουμε τη
συμπεριφορά των δυνητικών τουριστών όταν επιλέγουν ανάμεσα σε διάφορες
κατηγορίες αγαθών, καθώς καταβάλουμε συλλογικές προσπάθειες για αύξηση της
ζήτησης ή του ενδιαφέροντος για έναν τουριστικό προορισμό.Κάτω απ’ αυτές τις
δυσμενείς συνθήκες, ποια πορεία πρέπει
να ακολουθήσουμε για να βοηθήσουμε την
τουριστική οικονομία να βγει από την κρίση;
Κατά τη γνώμη μου και τη γνώμη πολλών, η
μόνη πιθανή οδός διαφυγής, χωρίς κλειδωμένες βεβαιότητες, ίσως είναι η προσέλκυση τουριστών πολύ υψηλών προδιαγραφών
και εισοδημάτων που δεν πλήττονται ιδιαίτερα από την
κρίση. Παράλληλα, πρέπει να επιδιωχθεί η αναβάθμιση των καταλυμάτων χαμηλότεων κατηγοριών και
η παροχή ποιοτικών υπηρεσιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Σε κάθε
περίπτωση, τα επόμενα δύο-τρία χρόνια θα είναι δύσκολα και επώδυνα και για τον
ελληνικό τουρισμό.
Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο τουρισμός είναι
η κινητήρια δύναμη της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας μας
προσφέροντας το ένα πέμπτο περίπου του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και της
Απασχόλησης.
Όμως, ο τουρισμός δεν είναι
αυτοτελής τομέας. Συνδέεται
άρρηκτα και βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση με τους άλλους τομείς της οικονομίας, με
τους οποίους αποτελεί ένα ενιαίο παραγωγικό σύμπλεγμα και ιδιαίτερα με την
αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση και όλες τις άλλες υπηρεσίες. Επηρεάζει δε και
επηρεάζεται άμεσα από τον πολιτισμό και το περιβάλλον. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ανεξάρτητη και
αυτόνομη, οικονομική κυρίως, δραστηριότητα αλλά ως ένας τομέας με καταλυτικές
επιπτώσεις στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.
Είναι αναμφισβήτητη η διαπίστωση ότι, από
άποψη σχέσης αξίας-τιμής, έχουμε χάσει
το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα, συγκριτικά με τους νέους
ανταγωνιστές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που, για το παραδοσιακό
μαζικό, παραθεριστικό και συνεπώς εποχικό προϊόν, που προσφέραμε και
συνεχίζουμε να προσφέρουμε, έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και πολλή
χαμηλότερη τιμή.
Η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η
μείωση της διαπραγματευτικής μας ικανότητας που εκδηλώνεται με φαινόμενα όπως
στάσιμες ή και μειούμενες τιμές, η αυξανόμενη τάση για συμβόλαια «all
inclusive», αλλά και η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ
του μέσου τουρίστα είναι μερικά από τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή την
πραγματικότητα και υπαγορεύουν την εκ βάθρων επανεκτίμηση της κατάστασης.
Αυτό επιβάλλει την επανατοποθέτησή
μας στη διεθνή και στην εγχώρια τουριστική αγορά με μια πιο σύνθετη και ποιοτικά αναβαθμισμένη
τουριστική προσφορά που θα απευθύνεται σε πιο ενήμερους, πιο εκλεκτικούς, πιο
απαιτητικούς και πιο εύπορους τουρίστες και μάλιστα για δώδεκα μήνες τον
χρόνο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να
εγκαταλείψουμε το τουριστικό μοντέλο που εφαρμόσαμε με επιτυχία για πολλά
χρόνια, αξιοποιώντας τα
μοναδικά μας πλεονεκτήματα (ήλιος, θάλασσα, αρχαιολογικά τουρ, κ.λπ) και θα
είναι το κύριο τουριστικό μας προϊόν στο ορατό μέλλον. Οφείλουμε όμως να το αναβαθμίσουμε και να το εμπλουτίσουμε με τις
εναλλακτικές μορφές τουρισμού.
Η επανατοποθέτησή μας στην αγορά
απαιτεί μέτρα πολιτικής που θα ενθαρρύνουν
· Ποιοτικές ξενοδοχειακές
εγκαταστάσεις:
- Ξενοδοχεία
υψηλής ποιοτικής στάθμης και αναβάθμιση καταλυμάτων χαμηλότερων
κατηγοριών με παροχή οικονομικών κινήτρων έχοντας
υπόψη η ποιότητα δεν είναι
αποκλειστικό προνόμιο των πεντ΄στερων και των
τετράστερων.
-
Boutique Hotels με εξειδικευμένη προϊοντική ταυτότητα
- Οικολογικά
– αγροτουριστικά καταλύματα και αναστήλωση παραδοσιακών κτισμάτων
για τουριστική αξιοποίηση για την ενίσχυση
του τουρισμού ενδοχώρας, των
νησιωτικών περιοχών και εν γένει της
περιφέρειας.
· Κατάργηση των οικονομικών και πολεοδομικών κινήτρων με στόχο την
ανάσχεση της τουριστικής ανάπτυξης σε κορεσμένες
τουριστικές περιοχές ιδιαίτερα σε εκείνες στις οποίες έχει εξαντληθεί η φέρουσα
ικανότητα του χώρου και των κοινωνικών υποδομών.
· Βελτιωμένες ειδικές τουριστικές
υποδομές όπως συνεδριακοί χώροι, κέντρα ευεξίας (spa), αθλητικοτουριστικές
εγκαταστάσεις (golf, προπονητικά γήπεδα), κ.λπ., για ευχάριστη και δημιουργική
αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των τουριστών, ιδιαίτερα κατά την εκτός αιχμής
περίοδο, προκειμένου να μειωθεί η εποχικότητα.
· Γενικές υποδομές (αεροδρόμια,
λιμάνια, οδικά δίκτυα, οδική σήμανση) που θα εξασφαλίζουν άνετη προσβασιμότητα
στους τουριστικούς τόπους,
· Σύνθετα και αναβαθμισμένα προγράμματα
απασχόλησης του ελεύθερου χρόνου των φιλοξενούμενων τουριστών,
· Αντί της απλής απαρίθμησης των διάφορων
εναλλακτικών μορφών τουρισμού, σε συνεργασία με τους εταίρους του ιδιωτικού
τομέα και τους εργαζόμενους, οφείλουμε να προσδώσουμε σ’ αυτές συγκεκριμένο
περιεχόμενο με μέτρα ενίσχυσης πρωτοβουλιών για οργανωμένα προγράμματα
υλοποίησης αλλά και για την προβολή τους. Προγράμματα όπως δρόμοι του κρασιού
και του λαδιού
Οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού θα ενισχυθούν σημαντικά από την αξιοποίηση της
ελληνικής κουζίνας και της οινικής μας προσφοράς καθώς και του παραδοσιακού
διατροφικού μας προτύπου, αλλά και των τοπικών προϊόντων που το υποστηρίζουν
(ελαιόλαδο, ελιές, τυροκομικά προϊόντα, κρόκος, παξιμάδια, μέλι, κ.λπ.)
ιδιαίτερα δε τα προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας.
· Προ πάντων, εκ βάθρων αναδιάρθρωση της τουριστικής παιδείας, εκπαίδευσης
και κατάρτισης με δημιουργία προπτυχιακών πανεπιστημιακών σχολών στα Δημόσια
Πανεπιστήμια, με παράλληλη εποπτεία και έλεγχο των μη-κρατικών Κ.Ε.Σ., Ι.Ε.Κ.
και Κολλεγίων για να μπει τάξη στη χαώδη κατάσταση που κυριαρχεί και για να
διασφαλιστούν τα ποιοτικά πρότυπα. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα να στοχεύει
στην παραγωγή στελεχών με τουριστική κουλτούρα και τεχνικές δεξιότητες πρώτης
γραμμής για την παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου.
Παράλληλα, σε σύνδεση με την αγορά εργασίας, τα ιδρύματα παροχής ανώτατης
παιδείας πρέπει να αναβαθμιστούν και να χρηματοδοτηθούν επαρκώς προκειμένου να
ανταποκριθούν στην ανάγκη δημιουργίας ανωτέρων και ανωτάτων στελεχών που θα
κατευθύνουν και θα ηγηθούν στην ποιοτική τουριστική ανάπτυξη που
επιδιώκουμε..
Η τουριστική δραστηριότητα και η προστασία και η ανάδειξη του περιβάλλοντος,
της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής όχι
μόνο δεν αποκλείονται αμοιβαίως αλλά αντίθετα συνεργούν. Στην πράξη,
είναι οι πόροι πάνω στους οποίους στηρίζεται ο τουρισμός για την οικονομική του
επιβίωση.>>
Συμπερασματικά:
1. Η ελεύθερη οικονομία της αγοράς, χωρίς
κοινωνικό έλεγχο, οδηγεί σε σοβαρές
οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις, με οδυνηρές συνέπειες
και για τον τουρισμό.
2. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του
τουρισμού και των προϊόντων της Ελλάδος,
ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, είναι
μονόδρομος στρωμένος με
ΠΟΙΟΤΗΤΑ...!!!
3. Κατά τη σοφή ρήση του Δημάρχου Ρεθύμνου και φίλου Γιώργου Μαρινάκη,
«στον
τουρισμό, η οικονομική κρίση ευνοεί την υψηλή
ποιότητα».
Η ελληνική κρίση είναι το θέμα το οποίο
κυριαρχεί στις συζητήσεις που διεξάγονται στους κόλπους των γερμανών
οικονομολόγων. Τεσσερις από αυτους εξεφρασαν τη γνωμη τους για την ελληνικη
οικονομια. Ο Ντένις Σνόουερ του
ινστιτούτου του Κιέλου, Ο Ακιμ Βάμπαχ του ινστιτούτου της
Κολονίας, Ο Γκούσταβ Χορν του ινστιτούτου του Ντύσελντορφ και Ο Φέρντιναντ
Φίχτνερ του ινστιτούτου του Βερολίνου. Οι απόψεις τους συγκλίνουν σε τρία
σημεία: Πρώτον, αναγνωρίζουν ότι ίσως η Γερμανία έπρεπε να κινηθεί γρηγορότερα.
Δεύτερον, παραδέχονται ότι τα σκληρά μέτρα του ΔΝΤ και της ΕΕ δικαιολογούνται
εκ των συνθηκών. Και, τρίτον, σημειώνουν ότι η λύση της αναδιάρθρωσης δεν
μπορεί να αποκλειστεί.
«Η Ελλάδα χρειάζεται και ανάπτυξη,όχι μόνο περικοπές»
Ντένις Σνόουερ
- Πρόεδρος του Ινστιτούτου για την Παγκόσμια Οικονομία (ΙFW) του Κιέλου και
καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο ΚρίστιανΑλμπρεχτς του Κιέλου
«Οσο παραμένει ασαφής ο
μηχανισμός στήριξηςτα προβλήματα
θα συνεχίζονται» επισημαίνει ο κ. Σνόουερ. «Αυτό που ορισμένοι δεν
καταλαβαίνουν είναι ότι το πρόβλημα θα ήταν απλό να λυθεί. Χρειάζεται
όμως κάτι επιπλέον των σκληρών μέτρων.Αυτά είναι μεν απαραίτητα, ώστε οι
δανειστές να αισθάνονται ότι θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω. Η Ελλάδα
χρειάζεται και ανάπτυξη όμως, για να δημιουργηθούν πλεονάσματα. Μόνο με
περικοπές οδηγείσαι σε βαθύτερη ύφεση» σημειώνει.
Πώς όμως επιτυγχάνεται ανάπτυξη σε τέτοιο περιβάλλον; «Η πρότασή μου είναι η
δημιουργία μιας ανεξάρτητης επιτροπής χρέους.Οπως η ΕΚΤ ελέγχει τον
πληθωρισμό,με τον ίδιο τρόπο η επιτροπή για το χρέος θα ελέγχει ώστε οι χώρες
να μη συσσωρεύουν χρέη. Μια τέτοια επιτροπή θα αποτελείται από 10-15
ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες οι οποίοι θα έχουν διπλό σκοπό». Ποιος θα
είναι αυτός; «Οταν η οικονομία βρίσκεται σε ενάρετο κύκλο, θα
ελέγχουν τα δημόσια οικονομικά ώστε να μπορεί να αποπληρώνεται σταδιακά
το παλαιότερο χρέος.Οταν ο οικονομικός κύκλος είναι αρνητικός, θα
επιτρέπουν στη χώρα να προβαίνει στις απαραίτητες δημόσιες δαπάνες ώστε
να μην εισέλθει η οικονομία σε ασφυξία». Οταν του ζητείται από «Το Βήμα» να
κρίνει τη στάση της Γερμανίας, ο κ. Σνόουερ είναι προσεκτικός. «Αυτό που
ανησυχεί την κυβέρνηση Μέρκελ» , εξηγεί, «είναι ότι μπορεί να πληγούν
τα γερμανικά ομόλογα αν τηρήσει ήπια στάση. Αν π.χ. το Βερολίνο αποφασίσει
να δανείσει την Ελλάδα χωρίς ξεκάθαρες διαβεβαιώσεις ότι θα πάρει
τα χρήματά του πίσω,τότε θα φανεί σαν να γίνεται μεταφορά πόρων
από το ένα κράτος της ΕΕ στο άλλο.Κάτι τέτοιο», προσθέτει, «θα άνοιγε
την όρεξη των αγορών να δοκιμάσουν περαιτέρω τις αντοχές της ευρωζώνης».
«Ναυάγιο της γερμανικής πολιτικής»
Φέρντιναντ
Φίχτνερ - Ειδικός για θέματα παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης στο
Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομίας (DWΙ) του Βερολίνου
Ο κ. Φίχτνερ κρίνει σκληρά
τη στάση της Ανγκελα Μέρκελ. «Ηταν φρικτή» λέει έξω από τα δόντια. «Πρόκειται
για ναυάγιο της γερμανικής πολιτικής.Η καγκελάριος θυσίασε τη σταθερότητα
του ευρώ στον βωμό των εκλογών της 9ης Μαΐου στη Βόρεια
Ρηνανία-Βεστφαλία » προσθέτει. Και για τις πιθανότητες σωτηρίας της Ελλάδας
μετά την επιτάχυνση των διαδικασιών τις τελευταίες ημέρες; «Η μαγική λέξη
είναι “αναδιάρθρωση” του χρέους» εξηγεί. «Οι τράπεζες πρέπει να
αποδεχθούν μια λογική παραγραφή των δανείων τους. Αυτό θα έδινε στην ελληνική
οικονομία χρόνο να ανασυνταχθεί. Παράλληλα όμως θα πρέπει να εφαρμόσει αυστηρά
το πρόγραμμα λιτότητας που επεξεργάζεται με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Χωρίς
εκσυγχρονισμό και αύξηση της ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να
επιβιώσει ούτε στην ευρωπαϊκήούτε στην παγκόσμια αγορά».
Ο κ. Φίχτνερ δεν πιστεύει ότι η Αθήνα θα σωζόταν με την έξοδο από την ευρωζώνη.
«Σε καμιά περίπτωση. Η επιστροφή στη δραχμή θα της έδωνε μόνο
πρόσκαιρη ανακούφιση. Λίγο μετά θα ακολουθούσε υποτίμησή της
έναντι του ευρώ και του δολαρίου. Και αυτό θα τίναζε στα ύψη το κόστος των
εισαγωγών στην Ελλάδα, οι οποίες,ως γνωστόν,είναι πολύ πιο μεγάλες από
τις εξαγωγές».
«Η ηγεσία συνθηκολόγησε ενώπιον της κοινής γνώμης»
Γκούσταβ Χορν
- Διευθυντής του Ινστιτούτου για τη Μακροοικονομία (ΙΜΚ) στο Ντύσελντορφ
«Νομίζω», εξηγεί ο κ. Χορν, «ότι έστω και την τελευταία
στιγμή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα έπρεπε να αποφασίσει τη χορήγηση βοήθειας,
και μάλιστα όχι με επιτόκιο ύψους 5%,που είναι πολύ ψηλό,αλλά με
το μέσο ευρωπαϊκό.Η Αθήνα θα κέρδιζε χρόνο και θα μπορούσε να
εκμεταλλευθεί τους καρπούς του σταθεροποιητικού της προγράμματος
για να απεξαρτηθεί περαιτέρω από τις αγορές- χώρια που θα εμποδιζόταν η
διάχυση της κρίσης».
Ο κ. Χορν πιστεύει ότι η γερμανική κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει
διαφορετική τακτική: «Η Μέρκελ θα έπρεπε να ξεκαθαρίσειότι ο καλύτερος
τρόπος για να μη δώσουμε ρευστό στους Ελληνεςθα ήταν να τους δώσουμε εγγυήσεις.
Αν το είχε κάνει έγκαιρα, δεν θα είχαμε τέτοια τρελή άνοδο των επιτοκίων. Η
πολιτική ηγεσία συνθηκολόγησε μπροστά στην πίεση της κοινής γνώμης».
Θα ήταν η αναδιάρθρωση του χρέους μια συμφέρουσα έξοδος από την κρίση; «Αυτό
θα δημιουργούσε κατ΄ αρχάς μεγάλα προβλήματα στις τράπεζες, που θα
έπρεπε να διαγράψουν τεράστια ποσά. Αλλά και η Ελλάδα δεν θα πήγαινε καλύτερα.
Ωστόσο υπάρχει και η ημέρα μετά την αναδιάρθρωση. Η Ελλάδα θα
χρειασθεί και μελλοντικά δάνεια. Αλλά τότε δεν θα θέλει κανείς να της
δανείσει, επειδή θα ξέρει ότι δεν πρόκειται να ξαναδεί τα λεφτά
του» είναι η άποψη του γερμανού οικονομολόγου.
Οσο για τον ρόλο του ΔΝΤ, ο διευθυντής του ΙΜΚ παραδέχεται: «Από μια άποψη
η ανάμειξή του είναι αναπόφευκτη, επειδή το ΔΝΤ διαθέτει την αναγκαία
τεχνογνωσία. Εγώ θα προτιμούσα βέβαια να ενεργούσε μόνο κατά παραγγελία
της ΕΕ». Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος για το μέλλον του ευρώ. «Δυστυχώς η
καλύτερη... βοήθεια για αυτό είναι η αργή και αδιαφανής αντίδραση της
ευρωζώνης» υποστηρίζει. «Δεν αποκλείω
αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους»
Ακιμ Βάμπαχ -
Καθηγητής Οικονομικών και διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής
(ΙWΡ) της Κολονίας
«Η θέση της Γερμανίας είναι
δύσκολη» επισημαίνει ο επικεφαλής
του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής της Κολονίας, προσπαθώντας να εξηγήσει
γιατί η κυβέρνηση Μέρκελ έχει καθυστερήσει τόσο πολύ να λάβει τις τελικές της
αποφάσεις για την παροχή βοήθειας προς την Ελλάδα. «Γνωρίζετε ότι υπάρχουν
κατ΄ αρχάς εσωτερικοί πολιτικοί λόγοι. Δεν είναι μόνο οι εκλογές. Είναι
επίσης ότι έχουμε μια δέσμευση για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό
ως το 2018. Είναι δύσκολο για την κυβέρνηση να εμφανίζεται ότι
βοηθάει άλλες χώρες. Επίσηςοι μισθοί στη Γερμανία δεν
έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια και οι συντάξεις έχουν μειωθεί. Ολα
αυτά μετρούν».
«Υπάρχουν όμως και ξεκάθαροι οικονομικοί λόγοι. Και αυτοί αφορούν τον
φόβο ότι αν βιαστούμε και αρχίσουμε να χρηματοδοτούμε άλλες χώρες, τότε
πού θα σταματήσουμε; Η Γερμανία θέλει να βοηθήσει. Την κατάλληλη στιγμή
όμως. Και με τον κατάλληλο τρόπο» .
Δεν αυξάνονται έτσι όμως οι πιθανότητες μιας αναδιάρθρωσης του ελληνικού
χρέους; Ο καθηγητής Βάμπαχ εξηγεί: «Δεν μπορώ να αποκλείσω ότι η λύση
της αναδιάρθρωσης θα έλθει στο προσκήνιο. Καλό είναι όμως να αποφεύγουμε
τις φήμες. Προς το παρόν οι δανειστές της Ελλάδας τηρούν στάση αναμονής.
Από την άλλη», προσθέτει, «πρέπει να θυμόμαστε ότι υπάρχουν και χώρες
που έχουν πτωχεύσει. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αν κάτι τέτοιο
πρόκειται να συμβεί, πρέπει να γίνει με συντεταγμένο τρόπο και όσο πιο
γρήγορα γίνεται. Αν οι αγορές αρχίσουν να αμφισβητούν τα όσα
κάνει η ελληνική κυβέρνηση, υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο.
ΟΙ
ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΚΕΡΜΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ο Γιόζεφ Ακερμαν, πρόεδρος της Deutsche Bank,
έθεσε ανοικτά σε αμφισβήτηση την ικανότητα της Ελλάδας να αποπληρώσει το σύνολο
του χρέους της, γεγονός που προκάλεσε σήμερα οξεία κριτική σε ολόκληρο τον
γερμανικό τύπο. "Αμφιβάλλω ότι η Ελλάδα θα είναι μακροπρόθεσμα ικανή να το
επιτύχει", δήλωσε ο Γιόζεφ Ακερμαν κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής
που μεταδόθηκε χθες. Αλλά η κατάσταση της Ελλάδας πρέπει να σταθεροποιηθεί,
διότι, εάν η χώρα καταρρεύσει, αυτό είναι βέβαιο ότι θα μολύνει και άλλες,
προειδοποίησε.
Πρέπει να γίνουν τα πάντα για να αποφευχθεί μια αναδιάρθρωση του χρέους της
Ελλάδας, η οποία πρέπει να παραμείνει το ύστατο μέσον συνέχισε ο Ακερμαν.
Ο πρόεδρος της Deutsche Bank, η άποψη του οποίου θεωρείται βαρύνουσα στις
αγορές, έχασε μία ευκαιρία να κλείσει το στόμα του, σύμφωνα με το κύριο άρθρο
της εφημερίδας Financial Times Deutschland : "Μερικές φορές είναι καλύτερα
να μην λέγεται τίποτε". Οι πολιτικοί, οι κεντρικοί τραπεζίτες και τα
υψηλόβαθμα στελέχη των αγορών προσπάθησαν επίπονα τις τελευταίες ημέρες να μην
"πυροδοτήσουν τη συζήτηση" για τυχόν αναδιάρθρωση του ελληνικού
χρέους. Λοιπόν, ο Ακερμαν έσπασε το ταμπού, συνεχίζει ο συντάκτης του κύριου
άρθρου. Ο Ακερμαν πιστεύει περισσότερο στις δυνατότητες σταθεροποίησης της
Ιταλίας και της Ισπανίας και στην ικανότητά τους να εξυπηρετήσουν το χρέος
τους. Για την Πορτογαλία θα είναι πιο δύσκολο, είπε.
ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Απαντώντας
στις ερωτήσεις «αν βλέπουν…φως στο βάθος του τούνελ» και τι θα πρότειναν στον
επιχειρηματικό κόσμο, οικονομολόγοι και επιχειρηματίες προβλέπουν ότι τα τρία
χρόνια είναι λίγα μέχρι την ανάκαμψη και επισημαίνουν ότι αυτό το διάστημα θα
γίνουν σημαντικές ανακατατάξεις, μεταξύ αυτών κλείσιμο επιχειρήσεων και αύξηση
της ανεργίας. Χρειάζεται, όπως λένε, λήψη σειράς μέτρων από την κυβέρνηση και
μείωση των λειτουργικών εξόδων από τις επιχειρήσεις. Και οι επιχειρηματίες που
σήμερα έχουν το περιθώριο, δεν πρέπει να …θαμπώνονται από «επενδυτικές
ευκαιρίες» αλλά να μετρούν προσεκτικά τα «βήματα» τους που χρειάζεται να είναι
μετρημένα.
Γιώργος Αμπαρτζάκης - (οικονομολόγος, πρόεδρος του
Οικονομικού Επιμελητηρίου Ανατολικής Κρήτης)
«Για να είμαστε ρεαλιστές απαιτείται τριετής περίοδος για τη μείωση του
τεράστιου δημόσιου χρέους. Άρα πρέπει να έχουμε πλεονασματικό προϋπολογισμό,
κάτι που σημαίνει ότι χρειάζεται να γίνουμε περισσότερο παραγωγικοί και
ανταγωνιστικοί» τονίζει ο κ. Γιώργος Αμπαρτζάκης. Όπως σχολιάζει ο κ.
Αμπαρτζάκης δεν είναι εύκολο το συνάλλαγμα να καταστεί υψηλότερο των απωλειών
από τις εισαγωγές, ώστε ο προϋπολογισμός να είναι πλεονασματικός. «Χρειάζεται
μεγάλη προσπάθεια από όλους εμάς ώστε να αποδώσουν οι θυσίες», επισημαίνει.
Αναφερόμενος στις ελληνικές επιχειρήσεις λέει ότι πιέζονται από τη μείωση της
αγοραστικής δύναμης του κοινού. «Βρίσκονται σε τούνελ οι ελληνικές επιχειρήσεις
και η δοκιμασία του τραπεζικού συστήματος θα αφήσει τα δικά της χνάρια» τονίζει
ο κ. Αμπαρτζάκης. Χρειάζεται, καταλήγει, περιορισμός των εξόδων από τις
επιχειρήσεις και αξιοποίηση, σε ορθολογική βάση και όχι για την κάλυψη
ταμειακών αναγκών, των χρηματοδοτικών προγραμμάτων, κατά συνέπεια καθιέρωση
μίας άλλης νοοτροπίας από τους ίδιους τους επιχειρηματίες.
Μανώλης Δαμιανάκης (οικονομολόγος)
Στη…δανεική ευημερία στηρίζονταν μέχρι πολύ πρόσφατα οι καταναλωτές και οι
επιχειρήσεις οι οποίες εμφάνιζαν κύκλο εργασιών που δεν ήταν… δικός τους,
σύμφωνα με τον κ. Μανώλη Δαμιανάκη. Όπως υπογραμμίζει ο κ. Δαμιανάκης «τώρα η
αγορά ισορροπεί στα πραγματικά επίπεδα» και αυτό που μπορούμε να αποφύγουμε ως
επιχειρήσεις και ως χώρα είναι να μη φθάσει αρκετά χαμηλά. Κατά τον κ.
Δαμιανάκη «το 2010 θα είναι η τελευταία χρονιά της καθοδικής πορείας.
Θα περάσουμε όμως και μία περίοδο 2-3 ετών που η κατάσταση θα σταθεροποιηθεί
στα επίπεδα της πραγματικής οικονομίας και αυτό σημαίνει μείωση των
ενασχολούμενων με τις υπηρεσίες και τα προϊόντα ανάλογα με τον κλάδο. Θα
ακολουθήσει, κατά τον κ. Δαμιανάκη, μία αργή διαδικασία ανάπτυξης». Οι
καταναλωτές όπως λέει ο κ. Δαμιανάκης, χρειάζεται να έχουν αμυντική στάση και
να προσαρμόσουν τις ανάγκες τους στα έσοδα τους.
Εξ ανάγκης οι μικροεπιχειρηματίες θα κάνουν πολύ καλό συμμάζεμα του
λειτουργικού κόστους τους, χωρίς αυτό να σημαίνει απολύσεις, αλλά γενικότερα
μείωση των λειτουργικών εξόδων τους. Χρειάζεται να προχωρήσουν σε στην αποφυγή
δανεισμού και σε μείωση δανεισμού και να καταβάλλουν προσπάθειες για την
αναβάθμιση της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων ή των
υπηρεσιών τους. Τέλος να ανοίξουν και εκτός Κρήτης, τις αγορές τους.
Μιλτιάδης Καράτζης (επιχειρηματίας)
Δεν είναι αισιόδοξος για την πορεία της οικονομίας ο κ. Μιλτιάδης Καράτζης.
«Πώς να είμαι αισιόδοξος με πληθωρισμό 3,9% και αρνητική ανάπτυξη»
υπογραμμίζει. Ο κ. Καράτζης μιλά για αποεπένδυση, τονίζει μάλιστα ότι την
τελευταία διετία οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 20% «χωρίς να θέλω να πω ότι
εισπράττουν οι μισθωτοί υψηλά ποσά. Εμείς όμως δεν μπορούμε να κάνουμε αυξήσεις
στις τιμές των εμπορευμάτων μας» λέει. Τα επιτόκια της τάξεως του 5-7%
διογκώνουν ακόμα περισσότερο το δημόσιο χρέος και « η κυβέρνηση εδώ και έξι
μήνες δεν έχει ξεκαθαρίσει τη στάση της. Βλέπω σκοτάδι, λέει ο κ. Καράτζης, τι
θα γίνει σε αυτή τη χώρα δεν ξέρω….» τονίζει. Ο κ. Καράτζης υπογραμμίζει ότι το
εργοστάσιο στην Αμερική εργάζεται κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες και επισημαίνει
ότι πολλές επιχειρήσεις θα φύγουν από την Ελλάδα για να δραστηριοποιηθούν στο
εξωτερικό
Γιάννης Σινατσάκης (επιχειρηματίας)
«Η κατάσταση είναι πιο δύσκολη από ό,τι φαίνεται» υπογραμμίζει ο κ. Γιάννης
Σινατσάκης ο οποίος επισημαίνει την ανάγκη να ληφθούν μέτρα στην κατεύθυνση της
ανάπτυξης. «Να διαμορφωθούν συνθήκες ανάπτυξης του επενδυτικού ενδιαφέροντος
και των ίδιων των επενδύσεων. Ιδιαιτέρως στην Κρήτη υπάρχει ενδιαφέρον για την
ανάπτυξη του real estate, αλλά χρειάζεται να διαμορφωθούν οι συνθήκες για τη
δημιουργία επενδύσεων από Έλληνες και ξένους επενδυτές» τονίζει. Σχετικά με τις
ελληνικές επιχειρήσεις ο κ. Σινατσάκης λέει ότι «οι πολύ καλές εποχές είναι
πολύ δύσκολο να έρθουν ξανά. Αυτή την περίοδο που διανύουμε χρειάζεται να
είμαστε εγκρατείς, να μην προχωρούμε με τολμηρά βήματα. Τα σκαμπανεβάσματα
είναι γρήγορα, μία βιώσιμη επιχείρηση μπορεί σε λίγους μήνες να αποκτήσει
προβλήματα, υπάρχει ανασφάλεια στην αγορά, πράγμα που δείχνει την αστάθεια της.
«Οι επιχειρηματίες χρειάζεται να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί» καταλήγει ο κ.
Σινατσάκης.
Γιάννης Λεμπιδάκης (επιχειρηματίας, πρόεδρος
Παγκρήτιας Τράπεζας)
Ο κ. Γιάννης Λεμπιδάκης αφού τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν στο
πλαίσιο μίας δήλωσης, μίας απλής αναφοράς, θέματα που άπτονται της οικονομικής
κρίσης, επισημαίνει ότι «οι αποφάσεις που ελήφθησαν στην Ευρώπη είναι
σημαντικές για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.
Για την κάλυψη του δημόσιου χρέους όμως είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων ώστε η
οικονομία να γίνει ανταγωνιστική. Χρειάζεται από την κυβέρνηση να ληφθούν
αποφάσεις, αλλά και οι επιχειρηματίες να αλλάξουν νοοτροπία», καταλήγει ο κ.
Λεμπιδάκης.
Γιάννης Ανυφαντάκης (επιχειρηματίας)
«Πρόκειται για μία υπόθεση που έχει βάθος» υπογραμμίζει ο κ. Γιάννης
Ανυφαντάκης. Όπως εξηγεί πρόκειται για βάθος χρόνου αλλά και διαρθρωτικών
προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας η οποία πιέζεται και από την
παγκοσμιοποίηση της αγοράς. Μία παγκοσμιοποίηση που έγινε πριν ωριμάσουν οι
συνθήκες ακόμα και σε διεθνές επίπεδο. «Δεν ήταν προετοιμασμένη και η παγκόσμια
αγορά για την απόλυτη απελευθέρωση» υπογραμμίζει ο κ. Ανυφαντάκης.
Όπως επισημαίνει ο κ. Ανυφαντάκης δεν θα επιστρέψουν οι μέρες της «δανεικής»,
από τις τράπεζες, ευημερίας και «ο δρόμος από τώρα και στο εξής είναι μακρύς».
Σύμφωνα με τον κ. Ανυφαντάκη οι επιχειρηματίες χρειάζεται να παρακολουθούν από
κοντά τις εξελίξεις και να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, να είναι
προσεκτικοί, να περιορίσουν τα έξοδα των επιχειρήσεων τους και να νιώσουν ότι
οι ανακάμψεις και οι πτώσεις πλέον θα είναι βραχύβιες, άρα πρέπει να μάθουν να
αντέχουν στις απότομες υφέσεις. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Ανυφαντάκης στην
«πράσινη ανάπτυξη» για την οποία είπε ότι δεν αποτελεί…σλόγκαν, αλλά τρόπο
λειτουργίας της οικονομίας και των ίδιων των επιχειρήσεων, προσαρμοσμένες πια
στην εξοικονόμηση πόρων. «Στην πράσινη ανάπτυξη, κατέληξε ο κ. Ανυφαντάκης, θα
στηριχθεί η νέα οικονομία».
Μανώλης Φραγκάκης (επιχειρηματίας, μέλος της
διοίκησης του ΕΒΕΗ)
Εξαιρετικά δύσκολη χαρακτηρίζει την κατάσταση στην ελληνική οικονομία ο κ.
Μανώλης Φραγκάκης, επισημαίνοντας την «εκρηκτική» αύξηση των επισφαλειών.
«Είναι ένα κρίσιμο στάδιο. Πιστεύω όμως ότι η κυβέρνηση θα λάβει μέτρα
ανάπτυξης της οικονομίας, επενδύοντας στους βασικούς πυλώνες της που είναι ο
τουρισμός και ο αγροτικός τομέας. Είναι μονόδρομος η ενίσχυση της παραγωγής,
διότι διαφορετικά δεν θα καλυφθεί το δημόσιο χρέος» τονίζει.
Παρ’ όλα αυτά ο κ. Φραγκάκης προβλέπει το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων και την
αύξηση της ανεργίας, επισημαίνοντας ότι η ανάκαμψη θα έρθει σε διάστημα 3-5
χρόνων. «Νομίζω ότι οι επιχειρηματίες πρέπει να οπλιστούν με υπομονή και
ψυχραιμία, να δείξουν σύνεση και να κάνουν προσεκτικές κινήσεις. Άλλωστε το 50%
της οικονομίας είναι ψυχολογία» καταλήγει ο κ. Φραγκάκης.
Μαχαίρι στο 13ο και 14ο μισθό στο δημόσιο
τομέα, καθώς και στα δώρα των συνταξιούχων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα,
τριετές πάγωμα μισθών και περαιτέρω περικοπή επιδομάτων σε Δημόσιο και ΔΕΚΟ, αυξήσεις σε ΦΠΑ, ποτά, τσιγάρα,
καύσιμα, έκτακτη εισφορά σε κερδοφόρες επιχειρήσεις και εξίσωση των ορίων
ηλικίας ανδρών-γυναικών από το 2011 περιλαμβάνει το επώδυνο πακέτο μέτρων που
ανακοίνωσε την Κυριακή ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου.
Τα βασικά μέτρα που έρχονται
Συγκεκριμένα, τα βασικά σημεία των μέτρων
που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών πριν αναχωρήσει για τη συνεδρίαση του
Eurogroup, όπου θα ληφθεί απόφαση για το συνολικό ύψος της βοήθειας προς την
Ελλάδα, είναι τα εξής:
* Στο ποσό των 500 ευρώ περιορίζεται ο 13ος
και σε άλλα 500 ευρώ ο 14ος μισθός στο δημόσιο τομέα: 250 ευρώ δώρο Πάσχα, 250
ευρώ δώρο αδείας και 500 ευρώ δώρο Χριστουγέννων. Τα ποσά αυτά θα δίνονται
εφόσον οι μεικτές αποδοχές του εργαζόμενου δεν ξεπερνούν τα 3.000 ευρώ.
* Περαιτέρω περικοπή επιδομάτων 8% στα
επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων και 3% στους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ όπου δεν
υπάρχουν επιδόματα.
* Παγώνουν (δεν θα χορηγηθούν αυξήσεις) για
μία τριετία στους μισθούς του Δημοσίου.
* Στις συντάξεις (ιδιωτικού και δημόσιου
τομέα) τα ποσά του 13ου-14ου μισθού είναι: 200 ευρώ δώρο Πάσχα, 200 ευρώ δώρο
αδείας και 400 ευρώ δώρο Χριστουγέννων. Τα ποσά αυτά θα δίνονται εφόσον η
σύνταξη δεν ξεπερνά τα 2.500 ευρώ το μήνα.
* Επανέρχεται ο ΛΑΦΚΑ σε υψηλές συντάξεις.
* Δεν επηρεάζεται ο 13ος-14ος μισθός στον
ιδιωτικό τομέα.
* Έρχονται αλλαγές στο πλαίσιο που διέπει
αποζημιώσεις και απολύσεις, όπως και για τη μείωση κόστους υπερωριακής
απασχόλησης.
* Επιβάλλεται έκτακτη εισφορά σε «πολύ
κερδοφόρες» επιχειρήσεις.
* Αυξάνονται τα κλιμάκια ΦΠΑ σε 23%, 11% και
5,5% (10% αύξηση σε κάθε κλιμάκιο).
* Νέες αυξήσεις 10% σε ποτά, τσιγάρα,
καύσιμα λόγω αύξησης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.
* Αύξηση των φόρων πολυτελείας κατά 10%
* Ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα.
* Αυξάνονται οι αντικειμενικές αξίες των
ακινήτων.
* Φορολόγηση αυθαιρέτων και τέλος διατήρησης
ημιυπαίθριων χώρων
* Αναστέλλεται η χορήγηση της δεύτερης δόσης
του επιδόματος αλληλεγγύης
* Δημιουργείται ταμείο χρηματοπιστωτικής
σταθερότητας.
Νέα πραγματικότητα στο Ασφαλιστικό
Η συμφωνία διαμορφώνει και μία νέα
πραγματικότητα και για το ασφαλιστικό σύστημα, με αυστηρό χρονοδιάγραμμα για
την προώθηση του νέου ασφαλιστικού νόμου και ταχύτερη εφαρμογή κάποιων
ρυθμίσεων. Επιγραμματικά:
* Από το 2011 η εξίσωση των ορίων ηλικίας
ανδρών-γυναικών, με τριετή περίοδο προσαρμογής.
* Τα γενικά όρια ηλικίας δεν αλλάζουν.
Εισάγεται όμως μηχανισμός «αυτόματης προσαρμογής των ορίων ηλικίας στο
προσδόκιμο ζωής».
* Μειώνονται τα ασφαλιστικά ταμεία σε τρία.
* Αυξάνεται η ελάχιστη περίοδος εισφορών από
τα 37 στα 40 έτη έως το 2015
* Περιορίζεται η πρόωρη συνταξιοδότηση και
αυξάνεται το ελάχιστο όριο στα 60 έτη
* Ενισχύεται η ανταποδοτικότητα μεταξύ
εισφορών και συντάξεων
* Οι συντάξεις καθορίζονται με βάση τις
αποδοχές στο σύνολο του εργασιακού βίου
* Αναθεώρηση του πλαισίου χορηγήσεων
συντάξεων αναπηρίας
* Επέρχονται περικοπές στη λίστα των βαρέων
και ανθυγιεινών
* Ελάχιστη εγγυημένη σύνταξη για άτομα άνω
των 65 ετών, με βάση εισοδηματικά κριτήρια
Βαθύτερη ύφεση, κολοσσιαία προσαρμογή
Το συνολικό ύψος της δημοσιονομικής
προσαρμογής που παρουσίασε ο κ. Παπακωνσταντίνου φτάνει στο κολοσσιαίο ύψος των
36,4 δισ. ευρώ για μία τριετία. Όπως είπε, στο δίλημμα «κατάρρευση ή σωτηρία»,
η κυβέρνηση «προφανώς επέλεξε να σώσει τη χώρα».
Με την αναμενόμενη έγκριση του προγράμματος,
η χώρα μας θα λάβει «το σημαντικότερο ποσό που έχει διατεθεί ποτέ σε χώρα που
βρέθηκε σε ανάλογη κατάσταση». Το ποσό αυτό «θα εξασφαλίσει το μεγαλύτερο μέρος
των δανειακών κεφαλαίων που χρειάζεται η Ελλάδα για τα τρία επόμενα χρόνια».
Η εφαρμογή του προγράμματος θα
παρακολουθείται σε τριμηνιαία βάση, ενώ η ομαλή εξέλιξή του είναι προϋπόθεση
για τη ροή των εκταμιεύσεων της βοήθειας.
Συγκεκριμένα, το οικονομικό πρόγραμμα
προβλέπει δημοσιονομική προσπάθεια 11 μονάδων του ΑΕΠ έως το 2013, επιπλέον
αυτής που έχει ενταχθεί στο οικονομικό πρόγραμμα του 2010.
Αυτό σε ένα εξαιρετικά δυσμενές
μακροοικονομικό περιβάλλον, καθώς η ύφεση για το 2010 προβλέπεται βαθύτερη, στο
4%, αλλά αναμένεται να επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς από το 2011.
Για το 2010 στόχος είναι ο περιορισμός του
ελλείμματος κατά πέντε και πλέον μονάδες. Το σύνολο της δημοσιονομικής
προσπάθειας για φέτος φτάνει στο 9% του ΑΕΠ…
Το 2011 η δημοσιονομική προσπάθεια
αντιστοιχεί στο 4% του ΑΕΠ, το 2012 και το 2013 από 2% του ΑΕΠ.
Στόχος είναι το δημοσιονομικό έλλειμμα να
βρεθεί φέτος στο 8% και να περιοριστεί κάτω από το 3% του ΑΕΠ το 2014.
Το χρέος, λόγω της δυναμικής που έχει, θα
συνεχίσει να αυξάνεται έως και το 140% του ΑΕΠ. Η αποκλιμάκωσή του θα αρχίσει
από το 2014.
Για να συμβεί το τελευταίο, οι δημόσιες
δαπάνες θα πρέπει να μειωθούν κατά 7 μονάδες ΑΕΠ έως το 2013 και τα έσοδα να
αυξηθούν κατά 4 μονάδες ΑΕΠ έως τότε.
Αλλα δημοσιονομικά και διαρθρωτικά μέτρα
Στο πλαίσιο του τεράστιου, όσο και
φιλόδοξου, αυτού προγράμματος, ο κ. Παπακωνσταντίνου ανακοίνωσε και μία σειρά
άλλων μέτρων, μεταξύ των οποίων τα ακόλουθα:
* Φόροι και άδειες σε τεχνικά και τυχερά
παιχνίδια
* Πράσινα τέλη
* Διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ
* Φορολόγηση των αποδοχών σε είδος
* Μείωση του Προγράμματος Δημοσίων
Επενδύσεων
* Εξοικονόμηση δαπανών ΟΤΑ μέσω του
«Καλλικράτη»
* Ενιαία αρχή πληρωμών και ενιαίο μισθολόγιο
στο δημόσιο τομέα
* Δημοσιοποίηση των στοιχείων
(έσοδα-δαπάνες) της γενικής κυβέρνησης
* Αλλαγές στη φορολογική διοίκησης και στους
μηχανισμούς είσπραξης
* Απλοποίηση δια τις διαδικασίες έναρξης και
αδειοδότησης επιχειρήσεων
* Εφαρμογή οδηγίας για τις υπηρεσίες
* Εξυγίανση του ΟΣΕ
* Απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και
ενίσχυση της ΡΑΕ
* Αύξηση απορροφητικότητας των κοινοτικών
κονδυλίων

ΠΗΓΗ:
ΑΠΕ
ΠΗΓΗ: WWW.TOVIMA.GR
ΠΗΓΗ: WWW.SYRIZA-VYRONA.GR
ΠΗΓΗ: NSKOULAS@MINOANCOLLEGE.GR
ΠΗΓΗ: WWW. ANAMPORFOSIS.NET
ΠΗΓΗ: WWW.WIKIPEDIA.COM
ΠΗΓΗ: FINANCIAL TIMES